Ισλάμ και Ορθοδοξία – Από τη συνύπαρξη στην αντιπαλότητα

Κωνσταντίνος Τσοπάνης

Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων

Η Ορθοδοξία ήταν το πρώτο χριστιανικό δόγμα το οποίο, για γεωγραφικούς λόγους, τέθηκε σχεδόν εξαρχής αντιμέτωπο με το Ισλάμ και με τις επεκτατικές τάσεις του. Η στάση των Ορθοδόξων έναντι του Ισλάμ δεν ήταν πάντοτε η ίδια. Στην αρχή προσπάθησαν να το γνωρίσουν και να το προσεγγίσουν στα πλαίσια κάποιου «θεολογικού διαλόγου» που συχνά είχε προσηλυτιστικό χαρακτήρα. Αργότερα, όμως, κράτησαν αρνητική στάση απέναντί του ως αμυνόμενοι, ιδίως όταν το υιοθέτησαν οι Τούρκοι. Κατά τον προηγούμενο αιώνα η στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας άλλαξε και πάλι, και το Ισλάμ επαναπροσεγγίσθηκε μέσα από έναν πιο «ανοικτό», νέο «διάλογο αγάπης» και αλληλοκατανόησης στη βάση της αντίληψης ότι πάντοτε η γνωριμία και η προσέγγιση αμβλύνει τις αντιθέσεις.

Στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Ισλάμ διακρίνουμε δύο μεγάλες περιόδους: α) από την εμφάνιση του Ισλάμ και έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), και, β) από αυτό το θλιβερό για τον Ελληνισμό συμβάν έως σήμερα. Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από τις προσπάθειες των Βυζαντινών να γνωρίσουν το Ισλάμ και να βρουν έναν τρόπο συμβίωσης μαζί του προκειμένου να εξομαλυνθεί η δύσκολη κατάσταση την οποία αντιμετώπιζαν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που είχαν περιέλθει αρχικά υπό την αραβομουσουλμανική και κατόπιν υπό την οθωμανική κυριαρχία. Αυτές οι προσπάθειες κορυφώθηκαν με τη διεξαγωγή ενός διαλόγου μεταξύ των Ορθοδόξων και των Μουσουλμάνων για δογματικά θέματα. Αντίθετα, κατά τη δεύτερη περίοδο η Ορθόδοξη Εκκλησία ασχολήθηκε κυρίως με την υπεράσπιση των πιστών της έναντι του κινδύνου εξισλαμισμού, συχνά βίαιου και υποκινούμενου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και το Ισλάμ μέχρι το 1453

Η πρώτη γνωριμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το Ισλάμ πραγματοποιήθηκε μερικούς αιώνες πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης και ήταν ιδιαίτερα αρνητική, αφού συνδυάσθηκε με την υπαγωγή στην αραβομουσουλμανική κυριαρχία εκτεταμένων περιοχών της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής καθώς και της Μικράς Ασίας. Οι αραβικές κατακτήσεις απέσπασαν βίαια από την Ορθόδοξη Εκκλησία εκτεταμένες επαρχίες και μητροπόλεις με πολυάριθμους πιστούς, πολλοί από τους οποίους υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, επειδή δεν θέλησαν να απαρνηθούν την πίστη τους. Τα πρώτα, πιο συγκεκριμένα στοιχεία για το Ισλάμ, τέθηκαν στη διάθεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον 8ο αιώνα. Σε αυτά προστέθηκαν και πολλά άλλα, τα οποία προήλθαν από εκκλησιαστικές, πολιτιστικές και διπλωματικές πηγές, όπως μας αποδεικνύουν οι πιο πρόσφατες έρευνες όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των δύο θρησκειών.

Συγγραφείς όπως οι Βαρθολομαίος Εδέσσης, Νικήτας Βυζάντιος, Ευθύμιος Ζυγαβηνός, Νικήτας Χωνιάτης, αλλά και αυτοκράτορες όπως οι Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός (1347-1355) και Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος (1391-1425) ασχολήθηκαν προσωπικά με τις σχέσεις μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ. Επιπλέον, ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς περιέγραψε τη συμπεριφορά των Μουσουλμάνων απέναντί του όταν αιχμαλωτίσθηκε από αυτούς. Ολοι αυτοί οι συγγραφείς εντάσσονται στην περίοδο κατά την οποία ήκμασε ο χριστιανο-ισλαμικός διάλογος και η οποία συμπίπτει με την άνοδο της δύναμης των Σελτζούκων και κατόπιν Οθωμανών Τούρκων. Το ύφος και η γλώσσα των συγγραμμάτων τους ποικίλλει ανάλογα με τη γλαφυρότητα της προσωπικής σκέψης του καθενός, ενώ κινούνται πάντοτε στα πλαίσια μιας θεμελιώδους διδασκαλίας της Ορθοδοξίας αναφορικά με τους ετεροδόξους, επαναλαμβάνοντας από καιρού εις καιρόν την προσηλυτιστική και απολογητική προσπάθεια του Αγίου Ιουστίνου (φιλοσόφου και μάρτυρα) στον «Διάλογο με τον Τρύφωνα τον Ιουδαίο». Οι ίδιοι, όμως, απευθύνονταν όχι στους πιστούς του μωσαϊκού Νόμου αλλά του Ισλάμ. Ο διάλογος αυτός, παρά τα μειονεκτήματά του, ήταν πολύ πιο χρήσιμος από τις δυτικής προέλευσης και έμπνευσης σταυροφορίες, οι οποίες είχαν πρόθεση να πλήξουν το Ισλάμ αλλά τελικά έπληξαν σχεδόν ανεπανόρθωτα τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.

Σε ό,τι αφορά τη μουσουλμανική πλευρά, αυτή διέθετε μια σειρά από κορανικά εδάφια τα οποία αναφέρονται στους Χριστιανούς. Σε πρώιμα κείμενα, όπως η σούρα 2 (στίχ. 62), η σούρα 5 (στίχ. 69) και η σούρα 22 (στίχ. 17), μνημονεύονται μεν οι Χριστιανοί, αλλά στη συνέχεια επικρίνεται η χριστιανική πίστη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ως Υιού του Θεού (σούρα 9, στίχ. 30), καθώς και το δόγμα της Αγίας Τριάδος (σούρα 4, στίχ. 17 και σούρα 5, στίχ. 73). Από κοινού με τους Ιουδαίους και τους Ζωροάστρες, οι Χριστιανοί ονομάζονται στο Κοράνιο «Λαός της Βίβλου» (chlalkitab). Σύμφωνα με το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, τους Χριστιανούς θα τους τιμωρήσει ο Αλλάχ για τη «λανθασμένη» πίστη τους (σούρα 2, στίχ. 111, 114, 135, 140, σούρα 9, στίχ. 29 και σούρα 11, στίχ. 18). Η ανάμειξη των Μουσουλμάνων με τους Χριστιανούς απαγορεύεται στη σούρα 5 (στίχ. 21), ενώ η αντιζηλία μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων υπονοείται έκδηλα στη σούρα 2 (στίχ. 113).

Η ΠΡΩΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ-ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Την εποχή του Μωάμεθ οι σχέσεις μεταξύ των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων ήταν φιλικές. Ο Προφήτης φαίνεται ότι δεν είχε σκοπό να εξισλαμίσει τους Χριστιανούς, αλλά να τους καταστήσει φόρου υποτελείς προκειμένου να τους ταπεινώσει για τη «λανθασμένη» πίστη τους (1). Αυτές οι σχέσεις, όμως, με τον καιρό μετατράπηκαν σε εχθρικές, κυρίως αφότου οι Μουσουλμάνοι άρχισαν να αποκτούν δύναμη και να εποφθαλμιούν εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, με την οποία σύντομα ήλθαν σε ρήξη. Η πρώτη μεγάλη ένοπλη σύγκρουση με τα αυτοκρατορικά στρατεύματα πραγματοποιήθηκε το 629, όταν περίπου 3.000 Μουσουλμάνοι πολεμιστές υπό την ηγεσία νεοπροσήλυτων, πολύ ενθουσιωδών αρχηγών, όπως ο Αμπντάλλα-μπεν-Ραουάχα, καταδιώκοντας τους ακρίτες βεδουίνους των Βυζαντινών, κατέλαβαν περιοχές της Υπεριορδανίας. Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, αποτελούμενα από 200.000 άνδρες με επικεφαλής τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, έτυχε τότε να βρίσκονται στη Συρία. Το γεγονός δεν πτόησε τους ενθουσιώδεις Μουσουλμάνους που προέλασαν ακάθεκτοι στα υψίπεδα του Μωάβ εναντίον των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, τα οποία όμως υπό την ηγεσία του στρατηγού Θεοδώρου Βικαρίου, συνέτριψαν τους πιστούς του Μωάμεθ στους Μοθούς, τη σημερινή πεδιάδα της Μούτα. Στην πρώτη τους αναμέτρηση με τον τακτικό βυζαντινό στρατό οι Μουσουλμάνοι Αραβες υπέστησαν πανωλεθρία, οι αρχηγοί τους έπεσαν νεκροί και ο Χάλιδ μπεν ελ Ουαλίδ (2) μπόρεσε να συγκεντρώσει μόλις μερικές εκατοντάδες επιβιώσαντες και να τους οδηγήσει ηττημένους στη Μεδίνα. Τότε οι Χριστιανοί που ζούσαν ανάμεσά τους δεν τους συμπαραστάθηκαν στους πολέμους τους εναντίον της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα οι σχέσεις μεταξύ τους να επιδεινωθούν. Ετσι, οι Χριστιανοί άρχισαν πλέον να γίνονται μόλις και μετά βίας «ανεκτοί», υπό τον όρο ότι θα πλήρωναν φόρο στους Μουσουλμάνους (σούρα 9, στίχ. 29). Επιπλέον, εξέπεσαν από τη θέση τους ως «Λαός της Βίβλου» και έπαψαν να προστατεύονται από τον ισλαμικό νόμο, τη σαρία. Σε γενικές γραμμές, υπήρχαν οκτώ λόγοι για τους οποίους ένας Χριστιανός θα μπορούσε να τιμωρηθεί με τη θανατική ποινή από τους Μουσουλμάνους: η συγκατάθεση του Χριστιανού να πολεμήσει εναντίον των Μουσουλμάνων, η συνεύρεσή του με μια Μουσουλμάνα, η πρόθεση και η επιδίωξή του να συνάψει γάμο με μια Μουσουλμάνα, η αποδεδειγμένη πρόθεσή του να μεταστρέψει έναν Μουσουλμάνο στον Χριστιανισμό, η πρόθεση να διαπράξει ληστεία σε βάρος κάποιου Μουσουλμάνου, η κατασκοπεία προς χάρη των «απίστων», η χρησιμοποίησή του ως οδηγού από τις στρατιές των «απίστων» και (πιο σοβαρό), η δολοφονία εκ μέρους του ενός Μουσουλμάνου.

Με την πάροδο των αιώνων, το Ισλάμ ενδυναμωνόταν περισσότερο, ενώ αντίθετα η Βυζαντινή αυτοκρατορία έχανε συνεχώς εδάφη και ισχύ, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να υπερασπισθεί πλέον δια των όπλων τους Χριστιανούς που βρίσκονταν υπό μουσουλμανική κυριαρχία. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το έτος 1204, δεν μπόρεσε να επανακτήσει την παλαιά της δύναμη και αίγλη αλλά απλώς φυτοζωούσε. Αντιμετωπίζοντας την εχθρότητα της Δύσης και των Χριστιανών γειτόνων της που επιβουλεύονταν τα εδάφη της στη Χερσόνησο του Αίμου υπήρξε ανίκανη να υπερασπισθεί τον Χριστιανισμό έναντι των Μουσουλμάνων Τούρκων. Οι Σταυροφόροι κατέστρεψαν την άμυνα του Χριστιανισμού στην Ανατολή και «επέτρεψαν» έτσι στους αλλοπίστους να διαβούν τα Στενά του Βοσπόρου και να εισχωρήσουν στην καρδιά της Ευρώπης, φθάνοντας κάποια στιγμή έως τις πύλες της Βιέννης. Οι πραγματικοί μάρτυρες της Δ’ Σταυροφορίας δεν ήσαν οι ιππότες που πολέμησαν για τον Αγιο Τάφο ή τους πύργους της Ακκρας, αλλά οι αθώοι Χριστιανοί της Χερσονήσου του Αίμου, της Μικράς Ασίας και της Μέσης και Εγγύς Ανατολής που αφέθηκαν ανυπεράσπιστοι στους διωγμούς, την υποδούλωση και την εξαφάνιση, γεγονότα που προκλήθηκαν από το μίσος που γέννησαν οι πόλεμοι των Σταυροφόρων. Οι πάλαι ποτέ «Συριάζουσαι Αθήναι» (η Συρία δηλαδή) εξαραβίσθηκαν και μετεστράφηκαν στο Ισλάμ, ενώ σήμερα δεν υπάρχει καμία από τις Επτά Εκκλησίες στις οποίες απευθύνεται η Αποκάλυψη του Ιωάννη του Θεολόγου.

Από την άλλη, πρέπει να σημειώσουμε ότι, παρά ταύτα, η οικονομική κατάσταση ορισμένων Χριστιανών που ζούσαν σε μουσουλμανικές περιοχές βελτιώθηκε με την πάροδο του χρόνου χάρη στο εμπορικό και επιχειρηματικό τους πνεύμα και την ιδιαίτερη εργατικότητά τους, τόσο στην παραδοσιακή καλλιέργεια των αγρών όσο και στις τέχνες και στο εμπόριο. Ετσι, αρκετοί Χριστιανοί μπόρεσαν να διατηρήσουν τη μητρική τους γλώσσα και τις παλαιές θρησκευτικές τους παραδόσεις, καταβάλλοντας βέβαια τον φόρο που τους είχε επιβληθεί.

Δυνατότητες οικονομικής ανέλιξης και αυτοδυναμίας υπήρχαν για ορισμένους Χριστιανούς και στα πλαίσια της ισλαμικής τουρκικής κυριαρχίας. Ωστόσο, η γενική κατάσταση των Χριστιανών δεν ήταν καθόλου αξιοζήλευτη. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί των κατακτημένων χωρών θεωρούντο συχνά ύποπτοι για σχέσεις και επαφές με τους ομοθρήσκους τους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ετσι, είχαν υποχρεωθεί να διαβιούν υπό ιδιαίτερα περιοριστικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ο χαλίφης αλ Μουταουακίλ εξέδωσε ένα διάταγμα μεταξύ των ετών 850 και 854 με το οποίο επέβαλε στους Χριστιανούς και στους Εβραίους να τοποθετούν διακριτικά γνωρίσματα στα σπίτια τους, να μη υψώνουν τα μνήματα των οικείων τους πάνω από το έδαφος, να φέρουν ενδύματα πορτοκαλί χρώματος, να ράβουν κίτρινα διακριτικά μπαλώματα στην εμπρόσθια και την οπίσθια όψη των ενδυμάτων τους και να ιππεύουν μόνο ημιόνους και όνους με ξύλινα σαμάρια προκειμένου να διακρίνονται από τους Μουσουλμάνους. Πάνω από τους Χριστιανούς πλανάτο επίσης και η κατηγορία ότι είχαν διαστρεβλώσει τα κείμενα της Αγίας Γραφής (σούρα 2, στίχ. 70 και σούρα 5, στίχ. 16-18). Στηριζόμενος σε αυτά, ο Φατιμίδης χαλίφης αλ Χακίμ (991-1021) επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση των Ορθόδοξων Χριστιανών υπηκόων του με μια νέα σειρά διαταγμάτων.

Σε πείσμα όλων των απαγορεύσεων και των στερήσεων που είχαν κατά καιρούς επιβληθεί στους Χριστιανούς από την παλαιότερη, πιο στυγνή μουσουλμανική νομοθεσία, υπήρξαν ορισμένες προσπάθειες εκ μέρους κάποιων Μουσουλμάνων να πλησιάσουν τους Χριστιανούς και να αρχίσουν έναν θεολογικό διάλογο μαζί τους. Μεταξύ αυτών των προσπαθειών μνημονεύουμε το έργο του Αλή αλ Τάμπαρι, Kitab alDinalDawlah, γραμμένο τον 9ο αιώνα, και το έργο του αλ Ναντίμ, Fihrist, χρονολογούμενο από το έτος 988. Σε αυτά τα έργα δεν λείπει ο απολογητικός τόνος. Ωστόσο, αξιοσημείωτο για την αυστηρότητα της τήρησης του ισλαμικού δόγματος αυτή την περίοδο είναι και το γεγονός ότι ο Μουσουλμάνος μυστικιστής αλ Χαλάτζ που δίδασκε ένα είδος πανθεϊσμού, συνελήφθη, φυλακίσθηκε και το έτος 922 σταυρώθηκε στη Βαγδάτη.

Επανερχόμενοι στους Βυζαντινούς συγγραφείς, σημειώνουμε ότι ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης γνώρισε το Ισλάμ από τις συζητήσεις του με διάφορους Μουσουλμάνους, ενώ ο Γεώργιος Τραπεζούντιος είχε πεισθεί ότι ο Μωάμεθ Β’ επέπρωτο να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά οι Βυζαντινοί κατά την περίοδο πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης πίστευαν ότι μπορούσαν να βρουν περισσότερη κατανόηση εκ μέρους των Μουσουλμάνων απ’ ό,τι εκ μέρους των Καθολικών Χριστιανών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της υποδοχής που επεφύλαξαν οι Βυζαντινοί στον Σελτζούκο σουλτάνο του Ικονίου Κιλίτζ Αρσλάν Β’. Η είσοδος του ισχυρού σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη (1161-62) προκάλεσε έντονη εντύπωση στον πληθυσμό της Βασιλεύουσας. Οι Σελτζούκοι ήταν ήδη εγκατεστημένοι πολλά χρόνια στο Ικόνιο, μια από τις πρώτες πόλεις που περιήλθαν στην κατοχή τους, και απειλούσαν διαρκώς τα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν αποδυθεί σε έναν πεισματικό αγώνα εναντίον τους. Τελικά, οι εκστρατείες του αυτοκράτορα Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1143-1180) υποχρέωσαν τον Κιλίτζ Αρσλάν Β’ να ζητήσει ειρήνη. Λίγο μετά τη σύναψη της ειρήνης, ο σουλτάνος που απειλείτο από πολυπληθείς εχθρούς, θέλοντας να κερδίσει περισσότερο την εύνοια του αυτοκράτορα, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από 1.000 ιππείς. Με την ευκαιρία της επίσκεψης, ο αυτοκράτορας κινητοποίησε όλον τον κρατικό μηχανισμό και τον υποδέχθηκε με το μεγαλοπρεπές τελετουργικό της αυτοκρατορικής Αυλής. Οι ιστοριογράφοι της εποχής που ήσαν παρόντες στη μεγαλοπρεπή τελετή αναφέρουν εντυπωσιασμένοι ότι το Βυζάντιο δεν είχε δει τέτοια μεγαλοπρέπεια επί αιώνες.

Παράλληλα, προϋπήρχε και μια διπλωματική αλληλογραφία μεταξύ των Βυζαντινών αυτοκρατόρων και των Μουσουλμάνων ηγεμόνων η οποία αποπνέει έναν αέρα «διαλόγου», μολονότι μερικές φορές από θέση ισχύος. Ετσι, στις εισαγωγές των επιστολών των Βυζαντινών ηγεμόνων προς τους Αραβες χαλίφες απαριθμούνται οι πομπώδεις τίτλοι του Βυζαντινού αυτοκράτορα και του χαλίφη. Σε μια από αυτές τις επιστολές, ο Βυζαντινός μονάρχης υπενθυμίζει στον Χαρούν αλ Ρασίντ ότι, εάν παραβίαζε τα σύνορα τα οποία είχαν κληρονομήσει από τους προκατόχους του και εισέβαλλε στα εδάφη της αυτοκρατορίας, θα παραβίαζε κατάφορα και τις εντολές του Προφήτη, ο οποίος δίδαξε τους Μουσουλμάνους να θεωρούν τους Χριστιανούς «ως αδελφούς». Μια άλλη επιστολή που τιτλοφορείται «πιτάκιον του σουλτάνου του Κάρεος προς τον βασιλέα των Ρωμαίων» και την οποία είχε στείλει ο Μαμελούκος σουλτάνος μεταξύ των ετών 1425-1438 προς τον Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο, τον χαρακτηρίζει «αληθινόν φίλον των Μουσουλμάνων» και έχει έναν τόνο ήρεμο και τυπικό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για απάντηση σε αιτήματα του αυτοκράτορα να διευθετηθεί η κατάσταση των υπόδουλων Χριστιανών. Ο Μαμελούκος σουλτάνος, από την πλευρά του, δείχνει ενδιαφέρον για τις φιλικές σχέσεις που επιδίωκαν οι Οθωμανοί με το Βυζάντιο φοβούμενος μήπως απομονωθεί.

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

Στις 29 Μαϊου του 1453 ο Μωάμεθ Β’ εισήλθε νικητής στη Βασιλεύουσα και ανήλθε στον πάλαι ποτέ ένδοξο θρόνο των Παλαιολόγων. Μαζί με τον τελευταίο αυτοκράτορα είχε χαθεί και η ύστατη ελπίδα των Βυζαντινών να σώσουν την άλλοτε υπερήφανη Βασιλεύουσα. Μετά την τριήμερη λεηλασία και τη σφαγή του πληθυσμού, ο Μωάμεθ, ο οποίος δεν ήθελε να παραλάβει μόνο ερείπια, επενέβη με πρόθεση να αποκαταστήσει κάποια μορφή τάξης στην Κωνσταντινούπολη. Ενα από τα πρώτα του μελήματα προκειμένου να πείσει τους Χριστιανούς ότι δεν κινδύνευαν πλέον και ότι έπρεπε να υποταγούν στην εξουσία του, ήταν να προβεί σε εκλογή και ενθρόνιση ενός νέου Οικουμενικού Πατριάρχη, αφού πατριαρχικός θρόνος χήρευε κατά την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Τον νέο πατριάρχη βρήκε στο πρόσωπο του μοναχού Γεωργίου Σχολαρίου-Γενναδίου. Ο Σχολάριος μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης περιέργως βρέθηκε ασφαλής στην Αδριανούπολη, υπό την προστασία ενός Οθωμανικού αξιωματούχου ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαιτέρως. Με εντολή του σουλτάνου μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο με το όνομα Γεννάδιος Β’. Παρά το ότι έχαιρε της ιδιαίτερης εκτίμησης του Μωάμεθ, από τον οποίον δέχθηκε την ποιμαντορική ράβδο και κρατική αναγνώριση, η πατριαρχία του δεν διήρκεσε επί μακρόν. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους «απίστους» είχε συγκλονίσει τους Χριστιανούς που είχαν επιβιώσει από την καταστροφή και σίγουρα η στάση του έναντι του κατακτητή δεν ήταν αυτή που θα του προσέδιδε την ιδιότητα του «εθνάρχη» στα μάτια τους.

Ωστόσο, επί πατριαρχίας του Γενναδίου Β’ η Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως καθόρισε τη δογματική της θέση έναντι του Ισλάμ. Συγκεκριμένα, μετά από αίτημα του σουλτάνου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνέγραψε μια πραγματεία με τον τίτλο «Περί της μόνης οδού ήτις άγει εις την σωτηρίαν». Σε αυτήν ο Γεννάδιος Β’ ισχυρίζεται ότι υπάρχουν τρεις μεγάλοι θρησκευτικοί «νόμοι»: ο φυσικός νόμος, ο γραπτός νόμος των Δέκα Εντολών του Μωυσή, και ο «Νόμος του Ευαγγελίου». Ο Χριστιανισμός ή ο «Νόμος του Ευαγγελίου» υπήρξε ο καρπός ή το πρωταρχικό αποτέλεσμα της Παλαιάς Διαθήκης και της αρχαίας σοφίας. Ο χριστιανικός νόμος είναι τέλειος. Κανένας άλλος «νόμος» ο οποίος συντάχθηκε μετά από αυτόν ή τον αντιμάχεται δεν μπορεί να θεωρηθεί θεϊκός. Ο σουλτάνος δυσαρεστήθηκε από την πραγματεία του Γενναδίου Β’ και του ζήτησε να γράψει μία άλλη, πιο σαφή. Τότε ο Γεννάδιος συνέγραψε μια «Ομολογία Πίστεως», η οποία φέρει το όνομά του. Ο Γεννάδιος, ακόμη και μετά την τρίτη απομάκρυνσή του από τον οικουμενικό θρόνο, δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές του για την προσέγγιση με το Ισλάμ και συνέχισε έναν ιδιότυπο διάλογο με δύο Τούρκους πασάδες στην πόλη των Σερρών σχετικά με τη θεότητα του Χριστού.

Ολες οι προσπάθειες του πατριάρχη Γενναδίου Β’ και άλλων συγχρόνων του θεολόγων να πείσουν τους Μουσουλμάνους ότι η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη ήταν ανώτερη από τα άλλα χριστιανικά δόγματα αλλά και από το ίδιο το Ισλάμ δεν καρποφόρησαν. Ωστόσο, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρήθηκε το προνόμιο να διατηρεί στενές σχέσεις τόσο με τα υπόλοιπα πατριαρχεία της Ανατολής που τελούσαν υπό μουσουλμανική κατοχή, όσο και με το μετέπειτα πατριαρχείο της Μόσχας. Ετσι καθ’ όλους αυτούς τους αιώνες, μέσα από μια περιπετειώδη πορεία, μπόρεσε να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία του μεταξύ των κατά τόπους Ορθόδοξων Εκκλησιών.

Η μουσουλμανική κατοχή, όπως αργότερα και τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Αν. Ευρώπης, παρά τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις που επέβαλαν στον Χριστιανισμό, άσκησαν ωστόσο και μια θετική επίδραση επάνω του, η οποία συνίσταται στην, κατά κάποιον τρόπο, «αναγέννηση» (ενίοτε μέσω λουτρών αίματος) της χριστιανικής πίστης. Οι καιροσκόποι εγκατέλειψαν γρήγορα την Εκκλησία, ασπαζόμενοι τα δόγματα των νέων κρατικών κυριάρχων. Ετσι, μέσα από αυτή την ιδιότυπη κάθαρση αναβίωσε ο χριστιανικός μυστικισμός και ο δρόμος της άμεσης μέθεξης με τις άκτιστες θείες ενέργειες απέδωσε στην Εκκλησία χορείες νεομαρτύρων, οι οποίοι δεν δίστασαν να ομολογήσουν την πίστη τους και να πεθάνουν γι’ αυτήν.

Μία άλλη παράμετρος της μουσουλμανικής κατοχής ήταν ότι αποστέρησε από την Ορθόδοξη Εκκλησία επί σειρά αιώνων τη δυνατότητα ιεραποστολής σε χώρες της Αφρικής και κυρίως της Ασίας οι οποίες δεν είχαν γνωρίσει τον Χριστιανισμό. Το αποτέλεσμα ήταν η Ορθοδοξία να έλθει σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις σε επαφή και αλληλογνωριμία με τα μεγάλα θρησκεύματα της Ασίας και της Απω Ανατολής. Ιεραποστολές σε περιοχές στις οποίες ανθούσαν τα ανατολικά θρησκεύματα ανέλαβε κατά κύριο λόγο από τον 14ο αιώνα και εξής η Ορθόδοξη ρωσική Εκκλησία και μερικές φορές είχε την τύχη να προσελκύσει στον Χριστιανισμό μεγάλους αριθμούς μη Χριστιανών Ασιατών.

Η παρουσία άλλων θρησκειών στο εγγύς περιβάλλον της απασχόλησε την Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι τις ημέρες μας. Μετά την αποδυνάμωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά κυρίως μετά την κατάργηση του χαλιφάτου στην Τουρκία στις 29 Οκτωβρίου του 1923, η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπάθησε να έλθει σε επαφή με τους Μουσουλμάνους και φυσικά και με τους Εβραίους. Ωστόσο ο διαθρησκειακός διάλογος απαιτεί κοινή συναίνεση και εκατέρωθεν εμπιστοσύνη, η οποία χρειάζεται πολύ χρόνο για να οικοδομηθεί. Μολονότι ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ βρίσκονται σε διαθρησκειακό διάλογο με τον Χριστιανισμό γενικότερα αλλά και με την Ορθοδοξία ειδικότερα, δεν παρατηρείται η ίδια πρόοδος σε ό,τι αφορά τον Ινδουισμό, τον Βουδισμό και άλλα ανατολικά θρησκεύματα τα οποία παραμένουν σε απόσταση, μολονότι η παρουσία τους στη Δύση γίνεται όλο και πιο έκδηλη (3).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, λόγω γεωγραφικής τοποθέτησης, είναι μεν η πιο κοντινή από τα χριστιανικά δόγματα προς το Ισλάμ, όμως η εγγύτητα αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε γεωγραφικά πλαίσια, αλλά εγγίζει και τον χώρο του πνεύματος. Το Ισλάμ μπορεί να προσεγγισθεί εύκολα κυρίως μέσα από τη γλώσσα των Μυστικών Πατέρων της Εκκλησίας.

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο