ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ( π. Γ. Μεταλληνού, π. Γ. Καψάνη)

Στο πλαίσιο διατύπωσης μίας νέας κοινωνικής πρότασης,η οποία διαφοροποιείται από τα επικρατούντα ρεύματα του μαρξισμού και του καπιταλισμού, και εδράζεται στην ορθόδοξη παράδοση, παραθέτουμε τα σχετικά κείμενα δύο σπουδαίων σύγχρονων Πατέρων.

 

Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ

Όσο καθαρίζεται ο άνθρωπος από τα πάθη, τόσο αποκτά τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με το Θεό και τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα.

Όσοι βλέπουν τον άνθρωπο ρομαντικά και εξωτερικά μεταθέτουν το κακό από τα πρόσωπα στην κοινωνία, γι’ αυτό και πρεσβεύουν ότι η βελτίωση της κοινωνίας θα φέρει και βελτίωση των προσώπων. Αλλά οι Ορθόδοξοι χωρίς να αρνούμεθα τη σημασία της κοινωνικής επιδράσεως στα πρόσωπα, δίνουμε την προτεραιότητα στη μεταμόρφωση του προσώπου διά της μετανοίας και της Θ. Χάριτος.

Είναι μεγάλη πλάνη να θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία χωρίς να αγωνισθούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι η αλλαγή μερικών κοινωνικών θεσμών θα φέρει και την αλλαγή των ανθρώπων χωρίς μετάνοια.

Ο άρρωστος άνθρωπος κάνει άρρωστες κοινωνίες και οι άρρωστες κοινωνίες αρρωσταίνουν χειρότερα τους ανθρώπους. Το να θεραπεύουμε τις κοινωνικές αρρώστιες χωρίς να θεραπεύσουμε την προσωπική αρρώστια, αποτελεί μετάθεση του προβλήματος, άρνηση της αποδοχής της προσωπικής μας ευθύνης, υπεκφυγή από τη μετάνοια, κατάφαση στον εγωισμό μας, απροθυμία να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος έθεσε την προσωπική μετάνοια σαν προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη Βασιλεία Του.

Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται το έργο του διαβόλου στη διάλυση των προσώπων και των κοινωνιών και στην επικράτηση του κακού. Η ανθρωπιστική απλούστευση των κοινωνικών προβλημάτων αρνείται την ύπαρξη του διαβόλου. Αντίθετα, στο Ευαγγέλιο και στη χριστιανική εμπειρία φανερώνεται η έκταση των διαβολικών ενεργειών σε πρόσωπα και κοινωνικές καταστάσεις και η ανάγκη αγώνος κατά του διαβόλου, αποταγής και εξορκισμού των πονηρών πνευμάτων. Έργο των χαρισματούχων ιερωμένων μοναχών και λαϊκών είναι η διάκριση των πνευμάτων, για να μην πέφτει ο Χριστιανός στις παγίδες που του στήνει ο πονηρός, όταν εμφανίζεται με το προσωπείο του καλού.

Τονίσαμε τη δύναμη των αντιθέτων αντιευχαριστιακών και αντικοινωνικών δυνάμεων όχι για να δείξουμε την αδυναμία υπερνικήσεώς τους, αλλά την ανάγκη να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τον αγωνιζόμενο Χριστιανό. Ο Χριστός νίκησε τις δυνάμεις αυτές και ο Χριστιανός μπορεί με τη δύναμη του Χριστού και τη συνεργασία της Θείας Χάριτος να συμμετάσχει στη νίκη αυτή του Χριστού.

* * *
Στο σημείο αυτό διαφοροποιείται ριζικά ο χριστιανικός κοινωνικός αγώνας από κάθε άλλο αγώνα. Η κοινωνία που θέλουν να δημιουργήσουν τα ουμανιστικά συστήματα (ιδεαλιστικά και υλιστικά) είναι ανθρωποκεντρική. Η κοινωνία των χριστιανών είναι Θεανθρωποκεντρική. Αλλά και τα μέσα των ουμανιστών είναι ανθρώπινα. Των χριστιανών Θεανθρώπινα. Στη βάση δηλαδή του χριστιανικού κοινωνισμού βρίσκεται η ταπείνωση. Ενώ στην βάση του ουμανιστικού κοινωνισμού η υπερηφάνεια, η αυτάρκεια, το κλείσιμο από το Θεό. Πρόκειται για την επανάληψη της ίδιας της αμαρτίας του Αδάμ: Η επιδίωξη της θεώσεως χωρίς το Θεό.

Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και τα δύο αυτά ουμανιστικά συστήματα με τις εφαρμογές τους στην οικονομία (καπιταλισμός, κομμουνισμός) γεννήθηκαν στην αιρετική δύση, στην οποία προηγήθηκε ο θρησκευτικός ανθρωποκεντρισμός του «αλαθήτου» Πάπα και του Filioque. Ας σκεφθούν στο θέμα αυτό οι Ορθόδοξοι ή πρώην Ορθόδοξοι που αβασάνιστα αρνούνται την ορθόδοξη παράδοσή μας, συνήθως από άγνοια, για να προσκολληθούν στα δυτικά συστήματα.

Ο ανθρώπινος μόνο χαρακτήρας του μη χριστιανικού κοινωνισμού, του αφαιρεί τη δυνατότητα να δώσει ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον αφήνει ασυμφιλίωτο με τον Ουράνιο Πατέρα του, και γι’ αυτό ανέστιο. Ας θυμηθούμε το λόγο του Αγίου Αυγουστίνου, που εκφράζει ανθρωπολογική εμπειρία: «Μας έπλασες Κύριε για Σένα και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ως ότου αναπαυθεί κοντά Σου».

Τα άθεα κοινωνικά συστήματα βοηθούν να λύσουμε μερικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, αλλά όχι να συναντήσουμε αληθινά και ουσιαστικά το Θεό και τον άνθρωπο. Δεν απαντούν ικανοποιητικά στα υπαρξιακά μας ερωτήματα και ιδίως στο κεντρικό πρόβλημα του θανάτου. Ο κόσμος τακτοποιείται ωραία για να πεθάνει. Αν και τα συστήματα αυτά, και ιδίως ο μαρξισμός, χαρακτηρίζονται από ένα έντονο εγκόσμιο μεσσιανισμό, στην πραγματικότητα δεν «μετάγουν εκ του θανάτου εις την ζωήν», και γι’ αυτό δημιουργούν ανθρώπους τραγικούς, χωρίς ελπίδα. Η έντονη μάλιστα ανθρωπιστική ή και επιχειρηματική δράση κάποτε είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας να ξεχάσουμε το βασικό μας πρόβλημα, το πρόβλημα του θανάτου, και να λυτρωθούμε από το άγχος, το κενό και την πλήξη που σημαδεύει τη ζωή τη χωρισμένη από την πηγή της, τον Τριαδικό Θεό.

Γι’ αυτό και τα συστήματα αυτά, παρά τις καλές και αγνές προθέσεις πολλών ευγενών ανθρώπων που αγωνίζονται και θυσιάζονται για τα ιδεώδη τους, στο βάθος είναι κατά του ανθρώπου. Εν ονόματι μιας καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας εμποδίζουν τον άνθρωπο από την πλήρη θεανθρώπινη κοινωνία, που μόνη τελικά αναπαύει και ολοκληρώνει τη φύση του, τον εγκλωβίζουν στις περιορισμένες διαστάσεις ενός κλειστού μηχανοκρατουμένου απρόσωπου υλιστικού σύμπαντος, του στερούν τη θέα του Ουρανού. Τί νόημα μπορεί αλήθεια να έχει η ζωή μας, αν είμαστε εξελιγμένα ζώα και όχι εικόνες του Θεού; Αν είμαστε καταδικασμένοι μελλοθάνατοι, χωρίς δυνατότητα μεθέξεως στην αιώνια ζωή του Θεού;

 Γέροντας Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιο Όρος († 2014)

 

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ:

1. Οι δυνατές μορφές συνυπάρξεως των ανθρώπων μέσα σε μια «κοινωνία» είναι: Πρώτα η μορφή της μάζας (μαζική συνύπαρξη). Λέγοντας εδώ μάζα, εννοούμε ένα σύνολο ατόμων, που δεν συνδέονται με (μόνιμα) εσωτερικά ενοποιητικά στοιχεία. Τονίζουμε την έννοια του «εσωτερικού», γιατί είναι δυνατόν ένα εθνικό λ.χ. σύνολο να παρουσιάζει ορισμένα κοινά ενωτικά στοιχεία (π.χ. γλώσσα, κοινή καταγωγή, ήθη, έθιμα κ.λπ.). Παρ’ όλα αυτά δεν αποφεύγονται οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών του, γιατί ενώ τόσα τα ενώνουν, είναι εύκολο να τα διαιρέσουν οι κομματικές τοποθετήσεις, τα οικονομικά συμφέροντα και οι συμφεροντολογικές διενέξεις. Το φαινόμενο του «εμφυλίου πολέμου», για την αποφυγή του οποίου εύχεται αδιάκοπα η Εκκλησία, είναι στο σημείο αυτό πολύ ενδεικτικό. Αποδεικνύεται δηλαδή στο τέλος, ότι τα θεωρούμενα ως συνδετικά και ενοποιητικά στοιχεία (ακόμη και η θρησκεία) μένουν εντελώς εξωτερικά και ανενέργητα. Την κατάσταση αυτή περιγράφει θεόπνευστα ο Μ. Βασίλειος: «Γεγενήμεθα -λέγει- καθ’ εαυτόν έκαστος, ώσπερ η ψάμμος, ου συνημμένοι αλλήλοις, αλλ’ έκαστος καθ’ εαυτόν, διηρημένοι» (ΕΠ. 31, 1419).

 

Η μάζα δεν μπορεί να διαθέτει εσωτερικά συνδετικά στοιχεία, γιατί αποτελείται από άτομα, ανθρώπινους ογκόλιθους ατομικότητας, που ακατέργαστοι και αλάξευτοι, όπως είναι, δεν μπορούν να συνθέσουν ενότητα και συμφωνία. Το άτομο είναι εγωκεντρικό. Ενεργεί ενστικτωδώς, κινούμενο από ζωώδεις, βιολογικές παρορμήσεις. Δε μπορεί να υπερβεί τη ζωική κατάσταση, τη ζωική φύση. Κίνητρο του ατόμου είναι η ύλη, το συμφέρον, η ιδιοτέλεια. Το υπόβαθρο των κοσμικών κοινωνιών είναι η μαζικότητα του Λαού, η μαζική του συγκρότηση, που προβάλλεται μάλιστα και συνθηματολογικά με το αίτημα της «μαζοποίησης» και «μαζικής» παρουσίας, έστω και αν στις περι-πτώσεις αυτές άλλο νοείται στο βάθος. Οι λέξεις όμως προδίδουν τη λανθάνουσα πραγματικότητα. Παρατηρείται, μάλιστα ότι σε Λαούς υπανάπτυκτους, ανανάπτυκτους δηλαδή κοινωνικά, καταβάλλεται προσπάθεια να παραμείνουν στην κατάσταση της μαζικής συνύπαρξης, γιατί έτσι είναι πιο ευκολοκυβέρνητοι και υπόκεινται σε κάθε λογής μεταπλαστικές επεμβάσεις.

Υπάρχει όμως και μία άλλη μορφή κοινωνικής συνύπαρξης, η προσωπική κοινωνία. Η κοινωνία των προσώπων, που προϋποθέτει δηλαδή τα ανθρώπινα πρόσωπα. Μέσα στην προσωπική κοινωνία υπάρχει εσωτερική, ψυχική και καρδιακή ενότητα. Πρόκειται για το «ομοθυμαδόν», που τόσο συχνά αναδύεται στην πρώτη χριστιανική κοινωνία των Πράξεων. Είναι η ομοθυμία και ομοήθεια (ομού + θυμός και ήθος) και ομοψυχία των μελών της κοινωνίας. Ενώ δηλαδή το άτομο είναι μία αυτόνομη ύπαρξη, το πρόσωπο διασυνδέεται και συμφωνεί με τα άλλα πρόσωπα μέσα στην ομάδα – κοινωνία. Δε μπορεί να υπάρξει μόνο του το πρόσωπο, αλλά υπάρχει και λειτουργεί μέσα στην κοινότητα – ομάδα και για την κοινότητα -ομάδα.

Αλλά και η κοινότητα ομάδα ως κοινωνία προσώπων, δεν εξαφανίζει, ούτε υποτάσσει ή καταπιέζει το πρόσωπο, αλλά γίνεται ο χώρος, μέσα στον οποίο το πρόσωπο αναδεικνύεται ως προσωπική ύπαρξη, επιτυγχάνει δηλαδή την αυτοπραγμάτωσή του. Ορθοδοξοπατερικά η κοινωνία των προσώπων είναι η αυθεντική και μόνη ουσιαστικά κοινωνία, στην οποία το ένα και τα πολλά (το γνωστό πλατωνικό πρόβλημα του «Παρμενίδη») συνάπτονται αρμονικά και αδιάστατα και συμπραγματώνονται, όχι απλώς συνυπάρχουν.

Στην περίπτωση αυτή πραγματοποιείται η κοινωνία «των φίλων», για την οποία μιλεί ο Χριστός μας στο Μυστικό του Δείπνο: «Ουκέτι λέγω υμάς δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο Κύριος. Υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του Πατρός μου εγνώρισα υμίν» (Ιωάν. 15, 15).

Τούτο συμβαίνει, γιατί το άτομο είναι μία φυσική, οντική, κατηγορία. Μια αυτόνομη μονάδα ανάμεσα σε τόσες άλλες. Το πρόσωπο όμως είναι κατηγορία του Όντος, του γνησίου και αληθινού, δηλαδή του Θεού. Το άτομο είναι κατηγορία ποσοτική, αριθμητική. Το πρόσωπο, αντίθετα, είναι κατηγορία ποιοτική.

Έχει καθολικότητα συνείδησης και ως φορέας της καθολικής αλήθειας, μπορεί να αντισταθμίσει μίαν απειρία ατόμων. Ένας Μ. Αθανάσιος λ.χ. στην Αλεξάνδρεια ήταν η ζώσα ορθοδοξία – αλήθεια, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικά αρειανικό. Ένας άγιος Μάξιμος Ομολογητής ήταν ο στύλος της Ορθοδοξίας σε μία κοινωνία σχεδόν εξ ολοκλήρου αιρετική. Το πρόσωπο κατορθώνει να διασώσει την καθολικότητα της αλήθειας. Γιατί αυτό που καταξιώνει το πρόσωπο είναι ακριβώς η μετοχή στην Αλήθεια.

Η προσωπική σχέση, άλλωστε, ορθόδοξα νοουμένη, προϋποθέτει τη μετοχή στην Αλήθεια. Είναι η σχέση εκείνη, που δημιουργείται εν Χριστώ, ο Οποίος είναι η ένσαρκη Παναλήθεια. Τη σχέση αυτή εκφράζει παραστατικά η «πορεία προς Εμμαούς (Λουκ. 24, 13 επ.). Ο Χριστός, κατά τον Λουκά, «συνεπορεύετο αυτοίς» (τοις μαθηταίς, δηλαδή). Αυτή είναι ορθόδοξα η αυθεντική διαπροσωπική σχέση, η συμπόρευση με τον Χριστό. Η σχέση, που έχει επίκεντρο και αμετακίνητο σημείο αναφοράς των προσώπων τον Χριστό. Μόνο, λοιπόν, όσοι ανήκουν στη χορεία των εν Χριστώ ζώντων, όσοι ανήκουν στην κατηγορία των Αγίων και των αγωνιζόμενων για αγιότητα («των καθαιρομένων» – κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο) μπορούν να βιώσουν αυθεντικές κοινωνικές σχέσεις. (Βλ. για τη σχέση αγιότητας και κοινωνικότητας στου Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Αγιότης και Κοινωνικότης, Αθήνα 1968).

Τα πρόσωπα μπορούν να δημιουργούν κοινωνία, γιατί, αναιρώντας την ατομικότητα τους, καταργούν συγχρόνως και τη μαζική συνύπαρξη. Τα γνωστά πολιτειακά σχήματα: ολιγαρχίες, δικτατορίες, απολυταρχίες, κ.τ.λ. λειτουργούν με το μηχανισμό της μαζικής συνύπαρξης. Τα άτομα υποδουλώνουν άλλα άτομα, ακριβώς όπως γίνεται στο βασίλειο της ζούγκλας. Η λειτουργικότητα αυτών των κοινωνιών εκφράζεται με την κατάργηση (άμεση ή έμμεση) της ατομικής βούλησης, με την άνωθεν καθοριζόμενη γραμμή πορείας, με την ιδεολογικοποιημένη συνείδηση και την κομματικά ρυθμιζόμενη ατομική και κοινωνική συμπεριφορά. Είναι το ατομικό ή ομαδικό συμφέρον, που κινεί τα άτομα στις κοινωνίες, που λειτουργούν κατ’ αυτό τον τρόπο. Γι’ αυτό και η απόληξη τους είναι συνήθως ο αλληλοσπαραγμός και η αλληλοεξόντωση, όπως συμβαίνει αναπότρεπτα σε όλους τους ολοκληρωτισμούς.

Το πρόσωπο, αντίθετα, δεν μπορεί να υποδουλωθεί. Διότι διακονώντας την Αλήθεια, μετέχει της Αλήθειας, και γίνεται και αυτό κατά χάριν. Αλήθεια, αληθοποιώντας, δηλαδή Χριστοποιώντας τη συνείδηση (το φρόνημα) και τις σχέσεις του. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: «Γνώσεσθε την Αλήθειαν και η Αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8, 32). Γνωρίζοντας την Αλήθεια ο πιστός, δηλαδή ενούμενος αγιοπνευματικά με όλη του την ύπαρξη με τον Χριστό – Αλήθεια, γίνεται πραγματικά ελεύθερος. «Γνώση» της αλήθειας είναι η μετοχή στην Αλήθεια. Αυτή δε η μετοχή δεν είναι δυνατή, αν δε γίνει ο άνθρωπος «σκηνή» και «κατοικητήριον» της Αλήθειας. Αν δεν «σκηνώσει» το Πνεύμα της Αληθείας μέσα στον άνθρωπο, στην καθαρμένη από τα πάθη καρδιά του ανθρώπου. Η εν Χριστώ κατανίκηση της αμαρτίας συνιστά την εσωτερική απελευθέρωση του προσώπου, που οδηγεί στην εξωτερική του ελευθερία. Ενώ δε η εσωτερική δουλεία, η υποδούλωση δηλ. στην αμαρτία, επιφέρει αναπόφευκτα και την εξωτερική δουλεία, η έλλειψη εξωτερικής ελευθερίας δεν καταλύει την εσωτερική ελευθερία του εν Χριστώ προσωποποιημένου ανθρώπου, όπως μπορεί να το διακριβώσει κανείς στην περίοδο της δουλείας μας, και συγκεκριμένα στο φαινόμενο των Νεομαρτύρων του Γένους μας. Οι νεομάρτυρες, οι κατεξοχήν «αντιστασιακοί» της Οθωμανοκρατίας, όντας αναγεννημένοι εν Χριστώ και ελεύθεροι εσωτερικά, αποτέλεσαν τον αντίποδα των εξισλαμιζόμενων, που η εσωτερική τους ανελευθερία, τους οδηγούσε στην απόγνωση, τη δουλικότητα και την αλλαξοπιστία.

Είπαμε, ότι τα άτομα προστίθενται σε άλλα άτομα, αλλά παραμένουν μονάδες αυτόνομες. Τα πρόσωπα, αντίθετα, έχουν δυνατότητα συμφωνίας και ενότητας. Η δυναμική ακριβώς των προσώπων φαίνεται στο χώρο της κοινωνίας. Τα πρόσωπα δημιουργούν κοινωνικότητα, γιατί είναι συνδεδεμένα με την πηγή της κοινωνικότητας, τον Θεό. Πρόσωπα και κοινωνικότητα είναι αλληλένδετα. Διαπροσωπικές – κοινωνικές σχέ¬σεις πραγματώνονται εκεί, όπου υπάρχει δυνατότητα κοινωνικότητας, και κοινωνία εδραιώνεται εκεί, που υπάρχουν αληθινά πρόσωπα.

2. Το πρόβλημα των κοσμικών κοινωνιών είναι, ότι ο χωρίς Χριστόν άνθρωπος αγωνίζεται να δημιουργήσει, με βάση τα διάφορα κοινωνικοπολιτικά συστήματα, την κοινωνία του. Αυτός είναι ο Σισύφειος αγώνας όλων των γνωστών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κοινωνικών συστημάτων, που καταντούν στο τέλος και όταν ακόμη επικρατήσουν κοινωνικά, ουτοπικά, γιατί ή αποδεικνύονται ανεφάρμοστα ή εφαρμόζονται μεν, αλλά με πολλές παρεκκλίσεις από τις αρχικές συλλήψεις των δημιουργών (π.χ. Μαρξισμός).

Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει αυτή η αγωνία, γιατί με τη χάρη του Θεού ο ορθόδοξος πιστός εισέρχεται στην εν Χριστώ κοινωνία, την κοινωνία των «τέκνων του Θεού», που είναι θεόσδοτη και εισήλθε στον κόσμο με την Σάρκωση του Θεού – Λόγου και την Πεντηκοστή. Ως μέλη της Εκκλησίας δεν αγωνιζόμαστε να δημιουργήσουμε εμείς κοινωνία, αλλά καλούμεθα να εισέλθουμε στην κοινωνία του σώματος του Χριστού, την Εκκλησία.

3. Ο πνευματικοκοινωνικός χώρος, μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η εν Χριστώ Κοινωνία και διαμορφώνονται χριστοκεντρικές διαπροσωπικές σχέσεις, είναι η λατρεία της Εκκλησίας, με κορύφωση και επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία. Δεν πρέπει να λησμονείται, άλλωστε, ότι στα πλαίσια της λατρείας διαμορφώθηκε ιστορικά όλη η ζωή της Εκκλησίας σε κάθε διάσταση της. Και αυτές οι οικονομικοπολιτικές δομές της εκκλησιαστικής ζωής άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά στα πλαίσια της λατρείας. Εκεί πραγματοποιήθηκε η απόφαση των Αποστόλων, καρπός της θελήσεως του Χριστού, να αντιμετωπισθούν εκκλησιαστικά και τα βιοτικά – υλικά προβλήματα, με την καθιέρωση των Επτά (Πράξ. 6), ως ειδικών «διακόνων» αυτού του τομέα της εκκλησιαστικής διακονίας. Η «χειροτονία» τους για τη «διακονίαν των τραπεζών» εσήμαινε τον πνευματικό-λειτουργικό και μυστηριακό χαρακτήρα του έργου τους, αφού και η κοινωνική δικαιοσύνη μόνο μέσα στο βασίλειο της Θείας Χάρης μπορεί να γίνεται πραγματικότητα.

Η κοινωνική ζωή στην Ορθοδοξία είναι προέκταση της Λατρείας. Είναι «λειτουργία μετά την λειτουργία» – ένας όρος που πολύ χρησιμοποιείται στις σημερινές διαχριστιανικές σχέσεις. Αν η κοινωνική ζωή δεν είναι άμεσα και οργανικά συνδεδεμένη με τη λατρεία, αν δεν είναι ευχαριστία και δοξολογία, ευχαριστιακή και δοξολογική δηλαδή αναφορά των καθημερινών έργων στον Τριαδικό Θεό, δεν μπορεί να ονομάζεται ορθόδοξη ζωή. Τότε αποδεικνύεται, ότι και η πνευματική ζωή δεν είναι παρά εξωτερική συμβατικότητα, τυπική και ανούσια θρησκευτικότητα, που αποβαίνει «εις κρίμα και κατάκριμα» και όχι «εις σωτηρίαν».

Η εν Χριστώ κοινωνική ζωή είναι ενωμένη αδιάσπαστα με την Ενορία. Ο πρωταρχικός πυρήνας της εκκλησιαστικής – κοινωνικής ζωής είναι η Ενορία, ταυτιζόμενη αρχικά με την Επισκοπή. Η λατρεία, άλλωστε, είναι το επίκεντρο της ενοριακής ζωής, όπως αποδεικνύει στην παράδοση μας ο θεσμός της Κοινότητας (κυρίως στο Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία). Παρά τις αντιθέσεις εκείνων που εξετάζουν τους ιστορικούς θεσμούς μας ερήμην της εκκλησιαστικής παραδόσεως, οι ρίζες του κοινοτικού μας βίου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη ζωή της Εκκλησίας, ως σώματος Χριστού. Η θέση του Ναού – Εκκλησίας στο ελληνικό χωριό -που είναι συγχρόνως κοινότητα και ενορία- δείχνει τον εκκλησιοκεντρικό χαρακτήρα της Ενορίας – Κοινότητας, που με όλες τις αρχαιοελληνικές της επιδράσεις διαμορφώνεται στις ευχαριστιακές συνάξεις των πρώτων χριστιανών, με απόλυτο κέντρο την Αγία Τράπεζα και τη Θεία Ευχαριστία.

4. Στο πλαίσιο της Ενορίας αναπτύσσονται και πραγματοποιούνται οι γνωστές καινοδιαθηκικές κοινωνικές κατηγορίες, ως έκφραση της εν Χριστώ ζωής,  και που είναι:

α. Η κατηγορία του αδελφού (Αδελφός = α + δελφύς, μήτρα = από την ίδια κοιλία, ομομήτριος). Όσοι γεννιώνται από την ίδια κοιλιά λέγονται αδελφοί. Η Εκκλησία χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο, για να εκφράσει τη νέα αδελφοσύνη, που δημιουργεί η εν Χριστώ υιοθεσία μας. Είμαστε αδελφοί εν Χριστώ, γιατί (ανα)γεννώμεθα από την ίδια μήτρα, την κοιλία της Εκκλησίας, την αγία κολυμβήθρα της. Είμαστε, άρα, αδελφοί, όχι γιατί έχουμε μία συναισθηματική, ηθική, ή συμβατική σχέση μεταξύ μας, όπως λ.χ. οι Μασόνοι (και αυτοί προσφωνούνται αδελφοί). Είμαστε αδελφοί, γιατί οντολογικά συνδεόμεθα ο ένας με τον άλλο, με την εν Χριστώ αγία πνευματική αδελφοσύνη. Είμαστε ακόμη «σύντροφοι», όχι όπως οι Μαρξιστές, με την ομαδική υποδούλωση στο «Κόμμα», αλλά γιατί τρεφόμεθα από την ίδια αθάνατη τροφή, το Σώμα του Χριστού, που το δεχόμεθα ως «Θεία Κοινωνία», και συντηρεί και διαιωνίζει την εν Χριστώ κοινωνία μας.

β. Μια άλλη κατηγορία είναι του συνδούλου (πρβλ. την παραβολή Ματθ. 18, 23-35) και το λόγο εκείνο: «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου…»). Αν καταλάβουμε, τι σημαίνει, ότι από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το νεαρότερο πιστό, όλοι, Κληρικοί και Λαϊκοί, είμεθα σύνδουλοι, οφειλέτες στο Θεό, θα συνειδητοποιήσουμε και τη σημασία της συγχωρητικότητας και κενώσεως, ουσιαστικών στοιχείων των εν Χριστώ διαπροσωπικών σχέσεων. Όταν πιστεύσουμε, ότι είμαστε όλοι στο σώμα του Χριστού «σύνδουλοι», παύει να υπάρχει όριο συγχωρητικότητας (βλ. Ματθ. 18, 21), παύει η κατάκριση του αδελφού μας, η τάση αυτοπροβολής και συγχρόνως υποτιμήσεως των άλλων (πρβλ. τον λόγο του Αγ. Εφραίμ του Σύρου: «…του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου»).

γ. Σπουδαιότερη, όμως, ακόμη είναι η κατηγορία του πλησίον. Η έννοια αυτή τελεσίδικα διαστέλλει την ανθρώπινη κοινωνία από τη ζωική η φυτική. Εκεί κυριαρχεί η βιολογική φύση, που αενάως παράγει το ίδιο βιοκοινωνικό αποτέλεσμα. Στην Εκκλησία όμως η σχέση είναι προσωπική, θεληματική, υπεύθυνη. Και πριν ήταν γνωστή η έννοια, π.χ. στη Π. Διαθήκη. Εσήμαινε μια συγγενική κάστα, ομάδα κοινών συμφερόντων, και κατέληγε να εκφράζει τον ομαδικό εγωισμό: π.χ. των Ιουδαίων έναντι των Σαμαρειτών ή των Αθηναίων έναντι των Σπαρτιατών. Έτσι, οδηγούσε στον κοινωνικό απομονωτισμό (πρβλ. τους Εβραίους). Μέσα στο Χριστιανισμό η έννοια αυτή δει γνωρίζει φραγμούς και όρια. Πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος. Εκφράζει την καθολική συναδέλφωση εν Χριστώ. Στον συνάνθρωπό μας διακρίνουμε τον ίδιο το Χριστό. Αγαπώντας τον πλησίον μας, αγαπάμε το Χριστό, του Οποίου, κάθε άνθρωπος είναι εικόνα (πρβλ. παραβολή κρίσεως, Ματθ. 25, 31-46).

<<ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΜΕ ΘΕΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ>>
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ 

Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο