Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, το λαμπρό αστέρι της Ορθόδοξης Ρωσίας

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ ( 2 Ιανουαρίου)

 

Ο όσιος Σεραφείμ, το ολοφώτεινο αστέρι της Ρωσικής Ορθοδοξίας, γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1759 στην πόλη Κουρσκ και ονομάστηκε Πρόχορος. Ήταν γιος ευσεβών και πλούσιων εμπόρων, του Ισίδωρου και της Αγάθης Μοσνίν από τους οποίους κληρονόμησε την πίστη, την ευλάβεια και τις αρετές. Ο πατέρας του πέθανε ενώ ο μικρός Πρόχορος ήταν μόλις 4 ετών. Από τη νηπιακή του ηλικία έχουμε μια σειρά από παρεμβάσεις της θείας Πρόνοιας στη ζωή του.

 

Σε ηλικία 7 ετών έπεσε από το ψηλό καμπαναριό του Αγίου Σεργίου που κτιζόταν και δεν έπαθε τίποτα. Όταν ήταν σε ηλικία 10 ετών αρρώστησε τόσο βαριά που ήταν βέβαιο ότι θα πέθαινε. Τότε η ίδια η Παναγία εμφανίσθηκε και του υποσχέθηκε ότι θα τον θεραπεύσει. Λίγες ημέρες μετά όταν η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου του Κούρσκ περνούσε κάτω από το σπίτι του, η μητέρα του τον κατέβασε και τον πέρασε κάτω από αυτήν. Αμέσως ο άγιος έγινε καλά και έκτοτε πολύ ευλαβείτο την Παναγία μας.

Στα δεκαεννέα του χρόνια πήρε την απόφαση ν᾿ αφοσιωθεί ολόψυχα στο Θεό και πήγε να μονάσει στο μοναστήρι του Σάρωφ αφού συμβουλεύτηκε τον Άγιο Δοσίθεο τον Έγκλειστο στην Λαύρα του Κιέβου. Η μητέρα  του τού έδωσε την ευχή της και έναν χάλκινο σταυρό που ο Πρόχορος φορούσε φανερά στο στήθος του για να του θυμίζει τις μοναχικές υποσχέσεις του.

Οκτώ χρόνια ήταν δόκιμος. Το 1780 αρρωσταίνει βαριά, πιθανότατα από υδρωπικία, και το σώμα του γεμίζει πληγές και πρήζεται και μένει ακίνητος στο κρεβάτι. Κλαίει από τους πόνους αλλά ούτε λέξη γογγυσμού και παράπονου δεν βγαίνει από το στόμα του. Παραδίδεται ψυχή και σώματι στον Ιησού Χριστό και ζητά από τον Γέροντά του να μεταλάβει των αχράντων Μυστηρίων. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας εμφανίσθηκε στο κελλί του η Θεοτόκος μέσα σε άρρητο φως, με τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη. Τον έδειξε με το χέρι της λέγοντας «Αυτός είναι από την γενιά μας». Κατόπιν αφού ακούμπησε το χέρι της στο κεφάλι του, άρχισε όλο το υγρό που είχε μαζευτεί στο σώμα του από την αρρώστια, να τρέχει από μία τρύπα που σχηματίσθηκε στη δεξιά του πλευρά. Όλοι απόρησαν για την ταχύτατη ανάρρωσή του μετά την μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων. Εκείνος με την εμφάνιση της Υπεραγίας Θεοτόκου δυνάμωσε στην πίστη και στην ελπίδα για την πρόνοια του Θεού.

Στις 13 Αυγούστου 1786 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Σεραφείμ, δηλαδή φλογερός, αφού το χαρακτηριστικό του ήταν η ένθερμη αγάπη του και ο ζήλος του προς τον Ιησού. Σε δύο μήνες χειροτονείται διάκονος. Κατά την διάρκεια της ημέρας παραμένει στο μοναστήρι διακονώντας και το βράδυ πηγαίνει στο δάσος σε ένα κελλί και περνά την νύκτα προσευχόμενος.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793, σε ηλικία 34 ετών,  χειροτονείται ιερέας. Η δίψα του για μεγαλύτερους πνευματικούς αγώνες τον κάνει να εγκαταλείψει την Μονή, μετά την ευλογία του ηγουμένου, και να ζήσει 15 χρόνια σε τέλεια απομόνωση, νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες είναι ανεβασμένος σε μια πέτρα και με υψωμένα χέρια προσεύχεται: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Μελετούσε συνεχώς την Αγία Γραφή. Ευλαβείτο αφάνταστα τη Θεοτόκο. Συχνά έλεγε: «Η Παναγία είναι η χαρά, η μεγαλύτερη απ᾿ όλες τις χαρές». Στο διάστημα που ασκήτευε στην έρημο, δέχθηκε επίθεση ληστών, που τον τραυμάτισαν βαριά, αλλά θεραπεύθηκε και πάλι θαυματουργικά από τη Θεοτόκο.

Το 1810 επέστρεψε στη Μονή του Σάρωφ και έμεινε για 15 χρόνια έγκλειστος στο κελλί του, ασκούμενος στη σιωπή. Το 1815, σε ηλικία 56 ετών, δεχόταν κάθε επισκέπτη. Βλέποντας τα πρόσωπα των ανθρώπων αναφωνούσε: «Χαρά μου!». Μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστός Ανέστη!». Ο ίδιος όμως, δεν βγήκε ποτέ από το κελλί του για άλλα δέκα χρόνια.

Σε ηλικία 66 ετών, κατόπιν οράματος και προσταγής της Θεοτόκου, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη διακονία του πλησίον και άρχισε στο εξής το έργο του «στάρετς», του πνευματικού καθοδηγητή. Ο Άγιος χαριτώθηκε από τον Κύριό μας και την Θεοτόκο με το προορατικό, διορατικό και ιαματικό χάρισμα. Πολλοί άρρωστοι έφταναν στο Σαρώφ με την ελπίδα στραμμένη στον ταπεινό Άγιο του Θεού και δεν διαψεύδονταν. Έφευγαν θεραπευμένοι απ’ αυτόν που είχε ήδη από αυτή την ζωή την χάρη των ιάσεων. Αναρίθμητες ψυχές έτρεχαν κοντά του, για να βρουν τη γαλήνη, τη χάρη, τη σωτηρία. Και όσοι δεν μπορούσαν να φθάσουν μέχρι το κελλί του, τον κατέκλυζαν με επιστολές.

Ο θάνατός του υπήρξε οσιακός. Στις 2 Ιανουαρίου του 1833 βρέθηκε νεκρός, γονατισμένος, με τα μάτια προσηλωμένα στην εικόνα της Θεοτόκου. Την προηγούμενη μέρα είχε κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και είχε αποχαιρετήσει τους πατέρες του μοναστηριού. Άγιος ανακηρύχθηκε επίσημα το 1903. Η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιανουαρίου, αλλά και στις 19 Ιουλίου -ημέρα της ανακομιδής του αγίου λειψάνου του. Συγκλονιστικό γεγονός για τη Ρωσία υπήρξε η εύρεση της σορού του, το 1990, και η μεταφορά της στη γυναικεία Μονή του Ντιβέγιεβο (την οποία ο όσιος είχε υπό την πνευματική του καθοδήγηση και προστασία).

 

 

Ο Άγιος για την ακηδία

 

…«Η ψυχή, γεμάτη από την λύπη και γινόμενη ως παράφρων και έξω από τα λογικά της, είναι ανίκανη να δεχθεί με ηρεμία μία καλή συμβουλή ή να απαντήσει ταπεινά σε ερωτήσεις που της γίνονται».

Ίσως σκεφθούμε ότι το κακό πνεύμα της μελαγχολίας (ακηδίας) επιτέθηκε ακόμα και στον Όσιο. Αλλά αυτός αμέσως και αποφασιστικά βρήκε τον τρόπο να διαφύγει από αυτό. Το πρώτο «φάρμακο» «με την βοήθεια του οποίου σύντομα βρίσκει κανείς παρηγοριά στην ψυχή του» είναι «η πραότητα της καρδιάς», όπως διδάσκει ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος.

Άλλη θεραπεία βρήκε στην εργασία και στους αγώνες. «Αυτή η αρρώστια θεραπεύεται με προσευχή, αποχή από την αργολογία, με εργόχειρο, ανάλογα με τη δύναμη του καθενός, με την ανάγνωση του Λόγου του Θεού και με την υπομονή∙ γιατί γεννιέται από την δειλία, την ραθυμία και την αργολογία».

Και οι δύο αυτοί τρόποι οδηγούν πάνω απ’ όλα στην απλή, αγόγγυστη εκπλήρωση της υπακοής. Εδώ υπάρχει και ταπείνωση και αγώνας. «Πάνω απ’ όλα», έλεγε ο Όσιος, «ο δόκιμος πρέπει να καταπολεμά την μελαγχολία (ακηδία) με αυστηρή και άνευ αντιρρήσεων εκπλήρωση όλων των καθηκόντων που του έχουν αναθέσει.

«Όταν οι ασχολίες σου μπουν σε πραγματική σειρά, τότε η ανία δεν θα βρει [πουθενά τόπο στην καρδιά σου. Οι άνθρωποι που έχουν πλήξη είναι εκείνοι που η ζωή τους δεν είναι σε τάξη. Και έτσι η υπακοή είναι το καλύτερο φάρμακο εναντίον αυτής της επικίνδυνης αρρώστιας». Και όλα αυτά μαζί οδηγούν στην τελευταία θεραπεία των πνευματικών ασθενειών – την απάθεια.

«Όποιος έχει νικήσει τα πάθη του έχει κατανικήσει και την θλίψη»…

Από το βιβλίο «Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ – Πνευματική Βιογραφία» – Αρχιμανδρίτου π. Λάζαρου Μουρ, Εκδόσεις Άθως

 

 

Ο όσιος Σεραφείμ στην ησυχία της ερήμου ~

 

Ο όσιος Σεραφείμ φορούσε συνεχώς την ίδια απλή και ευτελή ενδυμασία: στο κεφάλι ένα φθαρμένο καλυμαύχι, στο σώμα παλαιωμένο λευκό ζωστικό, στα χέρια δερμάτινα γάντια και στα πόδια δερμάτινες κάλτσες και τσαρούχια.

Επάνω από το κοντόρασο, στο λαιμό του, κρεμόταν ο σταυρός με τον όποιο τον είχε ευλογήσει η μητέρα του προπέμποντάς τον από το σπίτι στο κοινόβιο. Στους ώμους του έφερε δισάκι, όπου απαραιτήτως είχε το άγιο Ευαγγέλιο που του υπενθύμιζε ότι πρέπει να βαστάζει τον σωτήριο χρηστό ζυγό και το ελαφρύ φορτίο του Χριστού (Ματθ. 11:30).

Ο ένθερμος ασκητής του Κυρίου περνούσε τον χρόνο του σε αδιάλειπτη προσευχή και υμνωδία, σε ανάγνωση των ιερών βιβλίων και σε σωματικούς κόπους.

Τις παγερές ημέρες ο όσιος έκοβε με το τσεκούρι του κλαδιά και συγκέντρωνε χλωρά και ξερά ξύλα για να ζεσταίνει το φτωχό του κελί.

Το καλοκαίρι εργαζόταν στον μικρό του κήπο, τον όποιο καλλιεργούσε ο ίδιος, και τρεφόταν κυρίως από τα λαχανικά του.

Τις ζεστές καλοκαιρινές ημέρες πήγαινε σε ελώδεις περιοχές για να συλλέξει κάποιο χόρτο που χρησιμοποιούσε ως λίπασμα για τον κήπο του. Σ’ αυτά τα έλη εισχωρούσε γυμνός, περιζωσμένος μόνο γύρω από την οσφύ. Κουνούπια και άλλα έντομα, που υπήρχαν άφθονα εκεί, τον κατάτρωγαν τόσο ώστε συχνά το σώμα του όχι μόνο πρηζόταν και μελάνιαζε αλλά και μάτωνε.

Ο ασκητής όμως του Θεού υπέμενε εκουσίως τις βασανιστικές αυτές πληγές χάριν του Κυρίου και μάλιστα χαιρόταν, διότι, όπως ο ίδιος έλεγε αργότερα, «τα πάθη εκριζώνονται με κόπους και δεινοπαθήματα, είτε εκούσια είτε στελλόμενα από την Θεία Πρόνοια». Γι’ αυτό και ο ίδιος για την ασφαλή και ολοκληρωτική κάθαρση της ψυχής υπέμενε εκούσια δεινοπαθήματα.

Αφού μάζευε αυτό το ειδικό χόρτο, λίπαινε μ’ αυτό τον κήπο, τον έσπερνε, τον πότιζε, τον καθάριζε από τα ζιζάνια και μάζευε τα λαχανικά, δοξολογώντας ακατάπαυστα τον Θεό και εκφράζοντας την αγία του χαρά με ψαλμωδίες ιερών ύμνων.

Με τους ύμνους αυτούς δρόσιζε και κατάρτιζε το πνεύμα του εν μέσω των μονότονων σωματικών κόπων. Διαθέτοντας λαμπρή μνήμη και προσέχοντας με ευλάβεια από παιδί τις ιερές ακολουθίες, ο όσιος Σεραφείμ γνώριζε από μνήμης πλήθος εκκλησιαστικών ύμνων, που του άρεσε να τους ψάλλει εργαζόμενος στην ησυχία της ερήμου του.

Μερικοί άνθρωποι, οι πλησιέστεροι στον όσιο, παρατηρούσαν ότι πολλοί από τους ύμνους αυτούς αντιστοιχούσαν στον τόπο και το τρόπο της ασκήσεώς του.

Ιδιαιτέρως π.χ. του άρεσε να ψάλλει συχνά: «Την παγκόσμιον δόξαν» (αναστ. θεοτοκίο α’ ήχου) προς τιμήν της Θεοτόκου, την οποία θεωρούσε προστάτιδα της ερήμου του· «Τοις ερημικοίς άπαυστος ο θείος πόθος εγγίνεται, κόσμου ούσι του μάταιου εκτός» (α’ αντίφ. αναβαθμών α’ ήχου), αντίφωνο που διαζωγραφεί την ζωή του ερημίτη και αναπτερώνει την ψυχή του προς τα θεία· επίσης ύμνους, οι οποίοι ανάγουν την ψυχή του ανθρώπου στο μεγάλο έργο της αγάπης του Θεού και στην δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, όπως: «Ο εκ μη όντων τα πάντα παραγαγών, τα Λόγω κτιζόμενα, τελειούμενα Πνεύματι» (γ’ ωδή αναστ. κανόνος γ’ ήχου) ή «Ο πήξας επί του μηδενός την γην τη προστάξει σου» (γ’ ωδή αναστ. κανόνος πλ. α’ ήχου).

Έτσι λοιπόν, με πολύ κόπο και προσευχή, εργαζόταν στον κήπο, στις μέλισσες, στο δάσος, και βυθιζόταν σε τόσο υψηλή θεωρία των πνευματικών μυστηρίων, ώστε χωρίς να το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, διέκοπτε την εργασία, τα εργαλεία του έπεφταν από τα χέρια και το βλέμμα του έδινε στην μορφή του μία ιδιαίτερη χαρισματική έκφραση περισυλλογής.

Ο όσιος κατέβαινε στα βάθη της ψυχής του και με το νου του ανέβαινε στον ουρανό και μετεωριζόταν στην θεωρία του Θεού. Και αν συνέβαινε τις στιγμές αυτές να βρεθεί κάποιος κοντά του ή να περάσει δίπλα του, δεν τολμούσε να του διακόψει την ευλογημένη του ησυχία και ηρεμία, άλλα τον προσπερνούσε αθόρυβα.

 

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ Βίος, Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 21

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο