Γράφει η Ραφαηλία Μπατζή, μέλος της Ε.Ο.Ν. Χαλκιδικής
Ο Δείπνος του Διδασκάλου ο Μυστικός τελείωσε και η απόφαση του μαθητή εξεκίνησε. Στο όρος των Ελαιών εν τη Γεσθημανή σκύβει ο Θεάνθρωπος και παρακαλεί. «Πατέρα απάλλαξε εμένα Τον Υιό σου από το ποτήρι το πικρό που σε Εμέ ετοίμασες για χάρη του Λαού σου, μα να μην γένει το θέλημα το δικό Μου, μόνο να γίνει τούτο που έχεις Εσύ στο μυαλό σου».
Ο Ιδρώτας ποτάμι τρέχει μα σαν αίμα από πληγή ομοιάζει. Ο Πέτρος δίπλα προσπαθεί τα μάτια να μην κλείσει, μα τα της φύσης δεν μπορεί καθόλου να πολεμήσει.
Η στιγμή η χειρότερη απ’ όλους τους αιώνες έφτασε ο μαθητής Ιούδας ο Ισκαριώτης, μπρος στον Διδάσκαλο κατέφτασε. Ο Κύριος ατάραχος ξέρει τι μέλλει να γίνει, και σαν περιστέρι της αυγής, την κίνηση αναμένει.
Σκύβει ο Προδότης και φιλά το Μάγουλο του Κυρίου και λέγοντας «Αυτός Αυτός είν’ ο Δάσκαλός μου», δίνει σήμα στον στρατό ποιον πρέπει να συλλάβουν.
Την σκηνή ο Πέτρος δεν άντεξε και έκοψε με μαχαίρι κοφτερό τ αυτί ενός αδίκου, μα ο Δίκαιος με θάμα το κόλλησε και ας ήτανε εχθροί του.
Στο Ιερατείο μπροστά ο μόνος Αρχιερέας, νύχτα παγερή μπρος στον Άννα έμελλε να δικαστεί. Η απόφαση πάρθηκε καταδίκη, εστί η δίκη του Λυτρωτή.
Ο αλέκτωρ ελάλησε και τότε ο Πέτρος κατάλαβε πως τρείς φορές Τον Κύριο δεν γνώρισε και πώς τον όρκο του επρόδωσε και ευθύς έκλαψε γοερώς μετανοών αληθινώς.
Το πρωί ο Πιλάτος τον όχλο ερώτησε «Ποιόν Ω Εβραίοι ζητάτε να σας ελευθερώσω, Ιησούν ή Βαραβάν;».
«Βαραβάν» εφώναξαν αυτοί που την Κυριακή με Ωσαννά Τον Χριστό και Βασιλιά δοξολογούσαν.
«Άρον Άρον Σταύρωσον» φώναξαν και όλα τα θαύματά Του αμέσως λησμόνησαν.
Ο Πιλάτος χέρια έπλυνε, ενώ με αδίκου το αίμα τα λέρωνε.
Τα πάθη ευθύς αρχινούσαν. Μαστιγώματα, χτυπήματα, ραπίσματα, όλα σιωπώντας τα ζούσε.
Κοροϊδίες, χλευασμοί ατελείωτος ο πόνος, μα η αγάπη Του η άδολη τον λυτρωμό μας ποθούσε και τα πάθη τα βάναυσα με καρτερία τα περνούσε.
Ψεύτικη πορφύραν έντυσαν Τον Βασιλιά της Γης και στέμμα από αγκάθια φόρεσαν της ψυχής τον Λυτρωτή.
Όλα τα υπέμεινε για χάρη δική μας Αυτός που εμέτρησε κάθε τρίχα της κεφαλής μας.
Η μέρα η πιο τρομερή πήρε να ξημερώνει, αυτή που έμελλε στον θάνατο Τον Αθάνατο να παραδώσει.
Σταυρό κουβάλησε βαρύ στου Γολγοθά την κορφή και εκεί που ελύγισε, Σίμων ο Κυρηναίος τον εβοήθησε.
4 καρφιά του μπήξαν και με όξος Τον εποτίσαν, ενώ Τον εκρεμάσαν πάνω σε Σταυρό ατιμωτικό σιμά με δύο ληστές, ο ένας ο εκ δεξιών φωνή έβγαλε και είπε «Κύριε και εμέ μαζί σου να με πάρεις και στην Βασιλεία σου και εμένα να με βάλεις».
Ο Κύριος απάντησε με όλη την καρδιά του «Παιδί μου από σήμερα του Παραδείσου θε’ να’ λογάσαι».
Ύστερα στον Ιωάννη είπε «Παιδί μου από σήμερα η μάνα Μου είναι μάνα σου», ενώ στην Μάνα Του την Παναγιά ευθύς απεκρίθη «Μάνα γλυκειά Μου Μάνα σ’ αφήνω για γιο τον Ιωάννη μου τον αγαπητό».
Τότε ο Κύριος με φωνή στεντόρεια φώναξε «Θάνατε έλα, ο Κύριός σου τώρα θέλει να πεθάνει και τετέλεσται αμέσως κράζει» και με κλείσιμο της κεφαλής για του Άδη το σκότος τράβηξε.
Τρεις μέρες μοναχά ο Αχώρητος στον τάφο εχώρεσε, γιατί την τρίτη μέρα τον θάνατο ενίκησε, τον Άδη ενέκρωσε και τον Αδάμ απ’ τα δίχτυα της αμαρτίας για πάντα λευτέρωσε.
Από τότε εμείς τα παιδιά του στους αιώνες κράζουμε και πάντα θα κράζουμε «Ανέστη Χριστός ο μόνος Αληθινός Θεός» κ’ όλοι στα άσπρα ντυμένοι και με το Άγιο Φως στο χέρι σε λαμπάδα αναμμένη με καρδιά ταπεινωμένη Τον Χριστό θα ευχαριστούμε και την Παναγία θα υμνούμε που είδε τον Γιο της στον Σταυρό και όπως κατά την Υπαπαντή από του Συμεών τα χείλη ελέχθη «από μαχαίρι μέλλει να τρυπηθεί η καρδιά σου η ιερή». Και τούτο εγίνη, μα η Παναγία μας μας συγχώρεσε και στην καρδιά Της όλους μας χώρεσε.
Αυτό ήταν ένα δικό μου δοκίμιο-ποίημα το οποίο το αφιερώνω στον Θεό-Βασιλιά μου με την ευχή να συγκινήσει έστω και μια ψυχή, δίνοντας στην καρδιά του έστω και λίγο από την ουσία των Παθών του Κυρίου.
Η ουσία της Μεγάλης Εβδομάδας, είναι η θυσία του Θεανθρώπου από αγάπη για το δημιούργημά του, η ουσία είναι αυτό που θα σου επιτρέψει ο Χριστός να ζήσεις και να νιώσεις ως πάθος του. Αυτή την ουσία καρτερούμε, αυτή την ουσία λαχταράμε να γευτούμε, αυτή την ουσία επιθυμεί η ψυχή και ο νους μας να συλλάβει. Το φοβερό τροπάριο “Σήμερον κρεμάται επί ξύλου” κάνει την καρδιά να πάλλεται και την ψυχή να κλονίζεται, όλη η ύπαρξη του ανθρώπου καθηλωμένη. Ο άπιστος αναριγά, ενώ ο πιστός νιώθει τον εγωισμό του να κατρακυλά, την υπερηφάνεια να πέφτει, η φιλαυτία τσακίζεται, κάθε πάθος ξάφνου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εξαλείφεται, ενώ μέσα σε λίγα μόλις λεπτά ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πως δεν είναι τίποτα, πως δεν του ανήκει τίποτα. Εκεί καταλαβαίνει, έστω και λίγο ψηλαφιστά, τι σημαίνει ο Αθάνατος να πεθαίνει. Την στιγμή δε που ακούγεται το σφυρί που καρφώνει τα 4 καρφιά – αυτός ο απόκοσμος ήχος που μοιάζει εκκωφαντικός ταράζει την συνείδηση, καθιστώντας σε ανήμπορο, μηδαμινό… Ταπεινώνοντάς σε.
Η Μεγάλη Πέμπτη είναι ίσως η μόνη μέρα που η δήθεν παντοδυναμία των ανθρώπων τσακίζεται και φανερώνεται η μόνη και αληθινή παντοδυναμία του Παντοδύναμου Θεού. Οι αυταπάτες για τον εαυτό μας παίρνουν τον κατήφορο, και ερχόμαστε όλοι σε μια κατάσταση απόλυτης συναίσθησης της αμαρτωλότητάς μας. Ακόμη και ο πιο αδιάφορος για τα πνευματικά θέματα συγκλονίζεται και ας μην το καταλαβαίνει. Η τρεμάμενη φωνή του Ιερέα, τα αναμμένα κεριά, το σκοτάδι φέρνουν τον άνθρωπο σε κατάνυξη. Με αποκορύφωμα την στιγμή που βλέπει τον Χριστό – τον Θεό και Δημιουργό του επί ξύλου κρεμάμενο και εκεί επέρχεται η ολοκλήρωση των όσων αισθάνθηκε – εκεί νιώθει σαν να ξανά ζει ζωντανά τα όσα έγιναν τότε στα Ιεροσόλυμα, σα να μην πέρασε μια μέρα, σα να μην μεσολάβησαν 2026 χρόνια.
Αυτό είναι πολύ σπουδαίο. Αυτή, λοιπόν, πρέπει να είναι η επιδίωξή μας κάθε Πάσχα, κάθε Μεγάλη εβδομάδα. Να ζητούμε αδέλφια από τον Κύριο να μας αξιώνει κάθε χρόνο, κάθε Μεγάλη Πέμπτη -όσες μας αξιώσει να ζήσουμε- να βιώνουμε όλο και πιο πολύ αυτό το μεγαλειώδες Μυστήριο που λέγεται Πάθος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο Σήμερον Σταυρωθείς Κύριος μας να σας χαρίζει υγεία ψυχής!
Καλή και ευλογημένη Ανάσταση!
