Τα Σλαβικά Φύλα στον Ελλαδικό Χώρο – Μέρος Α’: Οι Επιδρομές στα Βόρεια Βαλκάνια

Γράφει ο Βαθυκύανος Γλαυκῶψ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παρούσα έρευνα αποφαίνεται στην επακριβή εξέταση των σλαβικών μετατοπίσεων από τα Βόρεια Βαλκάνια, στην Ελλάδα και δη στην Πελοπόννησο, καθώς και στην εγκατάστασή των εν Ελλάδι. Συναρμολογώντας τα σε διαθεσιμότητα δεδομένα, με δίχως και ουδεμία προσπάθεια ή απόπειρα παραλείψεως, μεροληψίας ή παραποιήσεως, ο ερευνητής θα συμπεράνει αν οι γηγενείς Έλληνες εξηφανίσθησαν και αντικατεστάθησαν υπό των ενοικούντων Σλάβων λεηλατώντας και φονεύοντας οιονδήποτε στο πέρασμά τους, ή το αντίθετο δηλαδή την μη εξαφάνιση του ελληνικού πληθυσμού και την αφομοίωση του φθίνοντος και μειοψηφούντος Σλαβικού πληθυσμού.

Παράλληλα θα εξετασθεί η οικονομική πολιτική και κοινωνική ζωή της Πελοποννήσου, και η πληθυσμιακή σύσταση αυτής.

Η έρευνα βασίζεται σε φιλολογικές αφηγηματικές και κατ’ εξοχήν πρωτογενείς πηγές, στην βιβλιογραφία η οποία απορρέει μετά στοιχείων αρχαιολογικών ευρημάτων και φιλολογικών και τέλος ανατρέχει σε γενετικές έρευνες από πλήθους, εξόχως φήμης και εμπειρίας, καθηγητών πανεπιστημίων ανά την υφήλιο, εγκεκριμένες και διεξαγόμενες μετά αρίστου μεθοδολογίας.

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Για να καταλάβει κανείς πώς όλα ήρχισαν, χρειάζεται να ανατρέξει στην δεκαετία του 1830. Το μόλις ανασυσταθέν Ελληνικό κράτος και το αΐδιο αναγεννηθέν εκ της τέφρος του, Έθνος θα αντιμετωπίσει την πρόκληση ενός δημοσιογράφου και περιηγητού. Πρόκειται περί του Ιακώβου Φιλίππου Φαλμεράυερ. Διεξάγοντας την έρευνά του, προσεσπάθησε μετά ονύχων και οδόντων να αποδείξει την γονιδιακή ελληνική ασυνέχεια. Με άλλα, πιο κατανοητά λόγια, επάσχιζε να διατυπώσει, ότι οι σημερινοί Έλληνες δεν έχουν ουδεμία σχέση με τους αρχαίους Έλληνες και ότι είναι εξελληνισμένοι απόγονοι, κυρίως και εν συνόλω των Σλάβων, και δευτερευόντως των Αλβανών. Τελειοποιώντας το πόνημά του το δημοσίευσε δημιουργώντας αντιμαχίες μεταξύ των επιστημόνων για να προκύψουν δύο στρατόπεδα.

Απαντήσεις υπήρξαν ήδη νωρίς τόσο από Γερμανούς ομοφύλους του όπως ο Ζινκάισεν, ο Καρολος Χοπφ, Βρετανούς όπως ο Γεώργιος Γερβίνος και από Έλληνες, όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Διονύσιος Σουρμελής, και ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος.

Εκείνοι, απήντησαν στις διάφορες παραποιήσεις, παρανοήσεις και υπερβολές  της  υποθέσεως του Ιακώβου-Φιλίππου Φαλμεράυερ. Κατόπιν, επικεντρώθηκαν κυρίως στην πολιτισμική συνέχεια, τόσο στην γλωσσική, όσο και στα ήθη τα έθιμα, τις παραδόσεις και την νοοτροπία. Εστίασαν δηλαδή στον πολιτισμό και όχι την καταγωγή, απαντώντας για την ύπαρξη της πολιτισμικής συνεχείας, όχι ωστόσο αυτής της γονιδιακής.  Μάλιστα, για να μην θεωρηθεί ως υπεκφυγή η απάντησή τους, σημείωναν πως ο πολιτισμός είναι το κριτήριο εθνικού προσδιορισμού. Και εδώ πηγάζει το λογικό σφάλμα της υπεκφυγής, καθώς ο Φαλμεράυερ εστίαζε κυρίως στην φυλετική/ γενετική σύσταση των Ελλήνων, ενώ οι αντιστρατευόμενοί του στον πολιτισμό και στην γλώσσα.

Και στα δύο εδόθησαν πειστικές απαντήσεις, καταρρίπτοντας την υπόθεσή του, στο πολιτισμικό και στο φυλετικό έως ένα μέρος αυτού. Η υπεκφυγή όμως έμεινε, μη απαντώντας επαρκέστατα στο πληθυσμιακό ή φυλετικό μέρος καθώς και στα περί των τοπωνυμίων. Απήντησαν υποστηρίζοντας την μη εξαφάνιση της ελληνικής εθνοφυλής.

Μερικοί  σύγχρονοι ιστορικοί, αποδέχονται πως πολιτισμικώς υπάρχει συνέχεια και όχι φυλετικώς. Τούτο βέβαια όχι βάση πολλής ερεύνης, αλλά εξαιτίας ενός ατέρμονου ηθικισμού, φοβούμενοι επιρρίψεως βαρέως χαρακτηρισμού, ως ακραίων στοιχείων από τρίτους. Αλλά επειδή τόσο η υπεκφυγή, όσο και ο ηθικισμός ουδόλως καθίστανται επιστήμη, η έρευνα θα αποτολμήσει να διεισδύσει επί της απαγορευμένης εκείνης αβύσσου και να αποφανθεί στα ερωτήματα περί της εξαφανίσεως ή μη των Ελλήνων από τους Σλάβους, εάν και κατά πόσο οι σύγχρονοι Έλληνες είναι απόγονοι των Σλάβων και των Αλβανών ή είναι απόγονοι των αρχαίων προγόνων τους και εάν η όποια σλαβική επιμειξία είναι μεγάλη ή ασήμαντη.

Παραλλήλως, η έρευνα αυτή θα ασχοληθεί και με παραπλήσια άλλα θέματα, ήτοι η δημογραφία, η οικονομική ζωή των κατοίκων της Πελοποννήσου και άλλων περιοχών,  η εθνολογική σύσταση της Ελλάδος, το εμπόριο, ώστε να απαντηθεί εάν η μεταβολή αυτή, επέφερε μόνιμη παρακμή, η αναμόρφωση.

Δια τούτο, εκτός από φιλολογικές πηγές και τα ιστορικά βοηθήματα, θα υπάρχουν βοηθήματα διεπόμενα από αρχαιολογικές και σιγγιλογραφικές μελέτες, αλλά και από γενετικά στοιχεία. Στοιχειοθετώντας αυτά θα εξαχθούν συμπεράσματα για τον αριθμό ερωτημάτων τα οποία ετέθησαν ανωτέρω.

 

Α’) ΟΙ ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Στο παρόν κεφάλαιο εξιστορούνται ολίγες από τις πολεμικές επιχειρήσεις ων Σλάβων επί Ιουστίνου του Β’ και η αντιπίθεση που εξαπέστειλε Αυτοκράτωρ Μαυρικίος. Αρχικά, η εξιστόρηση του Θεοφυλάκτου Σιμοκάττου δεν είχε αναδειχθεί. Με την πάροδο των ετών η έρευνα κατέδειξε ότι το κείμενο αυτό αποελεί την διελκυστίδα της ανασυνθέσεως του παρελθόντος και της ανασκευής διαφόρων ᾶρανοείσεων περί φυλετικής αντικαταστάσεως των Ελλήνων υπό των Σλάβων. Και τούτο διότι οι εκστρατείες του Μαυρικίου στην καρδιά του Αβαρικού κράτους αποδεικνύουν ότι ουδέποτε οι Σλάβοι εγκατεστάθησαν τον έκτο αιώνα μονίμως στον Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα στην Πελοπόννησο, αλλά αργότερα.

Ο Αυτοκράτωρ της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Ιουστινιανός, αποθνήσκει το 565. Στην περίοδο της Βασιλείας του, παρέδωσε μία μεγάλη έκταση. Λεβαντίνη, Αίγυπτος Μικρά Ασία, Βαλκάνια δυτικά και ανατολικά, Ιταλία, όλη την Βόρειο Αφρική και τέλος την Νότιο Ισπανία συνεπαγόμενα με οχυρώσεις και με περίπλοκα αμυντικά συστήματα. Αφήνει όμως ένα κράτος καταπονημένο από τους πολέμους, οικονομικώς καταρρακωμένο και στρατό μη αναπληρώσιμων απωλειών. Ο θρόνος περνάει στον ανιψιό του Ιουστίνο Β’, ο οποίος θα βασιλεύσει μέχρι το 578. Η βασιλεία του θα αποτελέσει την εποχή των επιδρομών των Λογγοβάρδων στην Ιταλία, και των Αβαροσλάβων στα Βαλκάνια.

Το 577 λαμβάνει χώρα η πρώτη επιδρομή των Σλάβων στα Βαλκάνια και η λεηλασία της υπαίθρου. Εκείνοι, είχαν φθάσει ανενόχλητοι μέχρι την Θράκη. Ο Ύπαρχος του Ιλλυρικού Ιωάννης, αποστέλλει μήνυμα στον Βαϊανό, χάνο της Αβαρίας, να τον βοηθήσει, επειδή ο Ανατολικός Ρωμαϊκός Στρατός, απασχολημένος, διεξαγάγει επιχειρήσεις στα Ρωμαιοπερσικά σύνορα.  Το αίτημά του εισακούσθηκε και ο Βαϊανός με 60.000 στρατού εξεστράτευσε εναντίον των σλαβικών εδαφών. Ο αρχηγός των Σλάβων Δοβράτος σκότωσε τους Αβάρους πρέσβεις, αλλά μετά παραδόθηκε. Η αποτελεσματική αυτή επέμβαση, απέτρεψε περαιτέρω επιδρομές. Τα κατεκτημένα των Σλάβων εδάφη, τα κράτησε ο Βαϊανός για τον εαυτόν του, και αρνήθηκε τον φόρο 80.000 νομισμάτων καθότι ήθελε να διατηρήσει τα νεοαποκτηθέντα εδάφη.

Το 579 ο Βαϊανός εκστρατεύει κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο φρούραρχος της πόλεως της Σιγγιδόνος Σήθος τον υποψιάσθηκε. Ο Βαϊανός όχι μόνο απήντησε ότι κατά των Σλάβων επιδρομέων γινόταν η εκστρατεία, αλλά διαμαρτυρήθηκε για την καχυποψία του Σήθου. Επειδή ο Βαϊανός κατέλαβε το Σίρμιο, ο Αυτοκράτωρ Τιβέριος Β’ απέστειλε στους Γέπιδες να το ανακαταλάβουν, όπερ και εγένετο. Έκτοτε, ο Βαϊανός εχθρεύεται τους Ρωμαίους. Ταυτόχρονη θα είναι η εξαπόλυση των ορδών του. Ελλάς(;), Θράκη, Ιλλυρία, Δαλματία και Μοισία λεηλατούνται εκ των Αράβων, ενώ οι Σλάβοι, λεηλατούν Ιλλυρία και την Θράκη. Ύστερα από πολιορκία και δεδομένου του τοπικού λιμού το 581 ο Τιβέριος παρεχώρησε το Σίρμιο.

Το επόμενο έτος, το Τιβέριος αποθνήσκει και τον ενθρονίζεται, ως διορισθείς ο Ελληνικής, ορμώμενος εκ Καππαδοκίας, καταγωγής, διάδοχός του Μαυρίκιος, ο οποίος αρνήθηκε την προσθήκη άλλων 20.000 χρυσών νομισμάτων αναβιβάζοντας τον φόρο σε 100.000. Τούτο ήταν η εναρκτήριος αφορμή, για την ευρύτερη εισβολή (583) επί των Βαλκανίων.  Κατακτά Σιγγιδόνα, Αυγούστα, Βινιμάκιον, Αγχίαλο. Οι Αβαροσλάβοι ηττώνται το 584 επί του ποταμού Εργίνου, αποχωρώντας από τα περίχωρα της Ανδριανουπόλεως. Ύστερα ο Κομεντίολος εκστρατεύει στην Ανατολική Μοισία όπου τους κατανικά στην Σαλδαπά και στους Τόμους (587). Ανακαταλαμβάνει έτσι την Μοισία[1]. Ο Πέτρος, διεξάγει επιτυχείς επιχειρήσεις στην Μαρκιανούπολη, ύστερα από νίκη κοντά στην πόλη παραμένοντας όμως οι Τόμοι στα χέρια των Αβαροσλάβων (595). Ο Χοπφ λέγει ότι θα πρέπει να θεωρηθεί μέρος της Ελλάδος το μέρος της Θράκης όπου κατώκουν Ελληνικοί πληθυσμοί. Το 597 οι Αβαροσλάβοι πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη, η οποία σώθηκε από το θαύμα του Αγίου Δημητρίου. Δύο χρόνια αργότερα, οι Αβαροσλάβοι, που είχαν κάνει επιδρομή σε Σαλδαπά και Τόμους και ηττώνται από τους Ρωμαίους, καταλαμβάνοντάς τες ξανά[2].

Ο Ανατολικός Ρωμαϊκός Στρατός μετά από μία επιτυχή προσπάθεια ανακαταλήψεως των Βαλκανίων, υπό τον Πέτρο τον Κομεντίολο και τον Πρίσκο επανακτώντας τις πόλεις Σιγγιδόνα, Αγχίαλο, Βινιμάκιο, και Σίρμιο, θα προελάσει στην σημερινή Ουγγαρία το 599 μ.Χ.. Οι Άβαροι με απώλειες 15.000 ανδρών, ηττήθηκαν από τον στρατηγό Πρίσκο στην Μάχη του ποταμού Τισσού (ή Τίσσα=TISZA)[3], ενώ το 602 ο Μαυρίκιος θα εκστρατεύσει πέραν του Δουνάβεως στην σημερινή νότια Ρουμανία. Ο αδελφός του Πέτρος, κατέλαβε το Παλάστολο[4]. Τότε λοιπόν οι στρατιώτες θα ξεσηκωθούν με επικεφαλής τον εκατόνταρχο Φωκά, θα τον ανεβάσουν σε ασπίδα και θα τον ανακηρύξουν Αυτοκράτορα. Η αποστασία αυτή, έφθασε μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Ο Αυτοκράτωρ Μαυρίκιος εκτελέσθηκε ύστερα από την εκτέλεση των υιών του και του αδελφού του[5].

Ας μην παραληφθεί το δεδομένο, ότι ο εκκλησιαστικός Ιστορικός Ευάγριος, προερχόμενος γεωγραφικώς από την Συρία, έχοντας ουδεμία σχέση με τον Ελλαδικό χώρο, γράφει ότι η Ελλάς λεηλατήθηκε ολόκληρη. Ομοίως με τον Μένανδρο και τον Ιωάννη Εφέσου. Ο Ιωάννης της Εφέσου γράφει ότι οι Σλάβοι εισέβαλαν σε διαφορετική χρονολογία στην Βαλκανική, το 577, ενώ ο Μένανδρος εκ του οποίου μόνο σπαράγματα σώζονται γράφει περί λεηλασίας στην Ελλάδα. Συγκριτικά με τον Ευάγριο, τον Μένανδρο και τον Ιωάννη της Εφέσου, απουσιάζει οιανδήποτε αναφορά περί λεηλασίας της Ελλάδος, στο σημείο ολοκληρωτικής σφαγής πληθυσμού υπαίθρου και  πόλεων καθώς και λεπτομερής καταγραφή των λεηλασιών αυτών. Συν τοις άλλοις, ο κάθε ιστοριογράφος που συμπεριλαμβάνει την Ελλάδα στις Αβαροσλαβικές επιδρομές, τις μνημονεύει σε διαφορετική χρονολογία. Ο Ιωάννης της Εφέσου το 577,  ο Μένανδρος την ίδια χρονολογία, και ο Ευάγριος γράφει το 589. Αν οι Σλάβοι έφθασαν μέχρι την Ελλάδα, έφυγαν εξαιτίας των επιθέσεων του Βαϊανού στους ιδίους τους Σλάβους, προς βοήθεια των Ρωμαίων, οπότε δεν πρόφθασαν να λεηλατήσουν πολλά σε μεγάλης εκτάσεως χώρο μέρη στην Βαλκανική, και επέστρεψαν στην πατρογονική τους γη. Ομοίως και στην περίπτωση ανακαταλήψεως της Βαλκανικής από τους Ρωμαίους εναντίον των Αβαρόσλάβων μετέπειτα. Βέβαια, «Ελλάδα» ίσως να εννοούσε μόνο το βόρειο μέρος της ήτοι Μακεδονία και την Ήπειρο και εκ παραδρομής να συμπεριέλαβε στις λεηλατημένες περιοχές την υπόλοιπη χώρα, εκ γενικεύσεως. Τόσο ο Εφέσου, όσο ο Μένανδρος και ο Ευάγριος συγκαταλέγουν εκ γενικεύσεως όχι μόνο την Μακεδονία, αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα, στα λεηλατηθέντα εδάφη, με τη υπόθεση, ότι εφόσον έφθασαν εκεί θα κατέληγαν και στον νότο, ενώ δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο περί γεωγραφικού λάθους στον Εφέσου, ή στον Σχολαστικό. Δηλαδή, ο χαρακτηρισμός ως «Ελλάδα» όλης της Βαλκανικής χερσονήσου. Ολοκληρωτική καταστροφή της Ελλάδος ή πλήρης και άμεσος ή έμμεσος έλεγχός όλης της χώρας και μαζικές σφαγές του πληθυσμού αυτής, δεν μνημονεύεται από τις πηγές που καθ’ αυτού εξετάσθηκαν. Και εν τέλει το σιγουρότερο όλων ότι οι Σλάβοι δεν εγκατεστάθησαν τον έκτο αιώνα ούτε εξαφάνησαν κάποιον εντόπιο πληθυσμό.

Μη παραλείψιμη, ας είναι και πηγή του Θεοφυλάκτου Σιμοκαττους. Η υψίστης σημασίας πηγή δεν αναφέρει τίποτε περί λεηλασίας της Ελλάδος. Ωστόσο τα πράγματα περιπλέκονται. Διότι αναλύει με κάθε λεπτομέρεια, ιστορία είκοσι χρόνων και σε ογκώδης έκταση. Σε αντιδιαστολή με τον Σιμοκάττη, ο Ιωάννης της Εφέσου γράφει εκκλησιαστική Ιστορία διαρκείας έξι αιώνων αρξαμένου από του Ιουλίου Καίσαρος μέχρι και της αναρρήσεως του Αυτοκράτορος Μαυρικίου επί του θρόνου (582) [6], ο δε Ευάγριος ενάμισι αιώνος από τον 5ο μ.Χ. αιώνα, μέχρι το 593 χωρίς εξονυχιστική τάση, ενώ ο Μένανδρος Πρωτήκτωρ, από το 558 μέχρι το 582. Δύναται λοιπόν να παραλείψουμε τα περί επιδρομής και λεηλασίας της Ελλάδος, διότι αφενός δεν υπάρχει επί μέρους ανάλυση, αφετέρου ο Μένανδρος και ο Ιωάννης της Εφέσου αναφέρουν τα περί λεηλασίας το 577 και άρα είναι μεμονωμένες, ενώ ο Ευάγριος που λέγει περί λεηλασίας και αυτός, αποτελούν τα γραφόμενά του μεμονωμένο στοιχείο. Ασυζητιτί το ότι και ο Εφέσου και ο Σχολαστικός πιθανόν να μην είχαν επεξεργασθεί τα προς σε διάθεση δεδομένα τους, γιατί τους πρόλαβε ο θάνατος, ενώ οι πληροφορίες ήταν βραδέως  γνωστοποιήσιμες σε άλλη περιοχή, πολλώ δε μάλλον στην Συρία. Ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στα σοβαρά είναι μάλλον ο Σιμοκάττης, διότι περιγράφει εξονυχιστικώς μία εικοσαετία σε  ένα όχι βραχύ έργο.

Όπως γράφει και η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου:

«Γλωσσικὴ ἀκυρολεξία κατὰ τὴν χρήση γεωγραφικών ὀνομάτων καὶ ὅρων  (Ἑλλᾶς, Σκλαβηνία) σὲ  βυζαντινές πηγὲς, κυρίως σὲ ξένα κείνενα, συνταχθέντα ἀπὸ Μεσαιωνικούς συγγραφεῖς ποὺ δὲν εἶχαν ἄμεση γνώση τῶν γεγονότων, καὶ ἀγνοοῦσαν τῆν ἐλληνικῆ γλῶσσα καὶ γεωγραφία, προξενοῦσαν σύγχυνση, καὶ δημιουργούσαν προβλήματα, γιατὶ νεώτεροι ερευνητές στήριζαν μονομερῶς πάνω σὲ αὑτᾶ τὰ συμπεράσματά τους. Ἀλλὰ τὰ τελευταῖα χρόνια, διακεκριμένοι ἐπιστήμονες ἐξέτασαν με μεγαλύτερο κειτικό πνεύμα, τις συναφεῖς πρὸς τὶς ἀβαροσλαβικές επιδρομές, πηγὲς καὶ εἰδήσεις καὶ παρέχουν ἐν πολλοῖς νέα ὅψη τῶν πραγμάτων»[7].

Ομοίως στην ιδία:

«Ὁ μῦθος γιὰ τὴν κάθοδο τῶν Σλάβων μέχρι καὶ τὴν κυρίως Ἑλλάδα κατὰ τὶς τρεῖς τελευταῖες δεκαετίες του ς΄ αἰῶνος, τοῦ Μενάνδρου καὶ τοῦ Εὐαγρίου, στὰ ὀποῖα ἡ λέξη Ἑλλάς ἐξελήφθη ὠς ταυτόσημη πρὸς τὸν γεωγραφικό ὅρο τῆς ἀρχαιότητος. Στὸ πρῶτο, ὁ Μένανδρος, ἐπεκτείνει τὀν ὅρο Ἐλλὰς σὲ ὀλην τὴν Χερσόνησο τοῦ Αίμου μἐχρι τὸν Δοῦναβι, ὄπως συνηθίζουν να κάνουν οἱ ἀρχαΐζοντες βυζαντινοῖ συγγραφεῖς, οἱ οποίοι, μεταφέρουν ὀνόματα λαών καὶ τόπων τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος, στοὺς συγχρόνους, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχει μακρινῆ σχέση» [8].

Ορώντες τα ανωτέρω, αντιλαμβάνεται κανείς, ότι αίρεται ο ισχυρισμός περί λεηλασίας, καταλήψεως της Ελλάδος και μαζικών σφαγών των Ελλήνων, λόγω ατασθαλιών στις πηγές, όπως η μεμονωμένης συχνότητος αναφορά σχετικών περιστατικών περί των αυτών γεγονότων, ασαφειών καθώς επίσης και ελλείψεως περαιτέρω παρουσιάσεως πληροφοριών, ακόμη και αντιφάσεως αυτών, όπως, η ύπαρξη αντίδιαστολής και όχι επιβεβαίωσης των τριών πηγών, (Σχολαστικού, Πρωτήκτορος και Εφέσου), τόσο μεταξύ τους, όσο με τα ειρημένα του αξιοπιστοτάτου ιστορικού, Θεοφυλάκτου Σιμοκκάτους.

 

[1] Θεοφυλάκτου Σιμοκάττους, Ιστορία, Αθήνα, εκδ. Κανάκη, 2005, 18r.
[2] Καρλ Χοπφ, Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήνα, Αναστατικές εκδόσεις Διονυσίου Νότη Καραβία, 2006,  σ. 7.
[3] Θεοφυλάκτου Σιμοκάττους, ό. π., 168v.
[4] Θεοφυλάκτου Σιμοκάττους, ό. π., 171r.
[5] Κάρλ Χοπφ, ό. π., σ.9.
[6] Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, λήμμα: «Ιωάννης Εφέσου».
[7] Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, τόμος Α΄, Αθήνα, εκδ. Ηρόδοτος, 2012, εκδ. σ. 378.
[8] Αυτόθι, σ. 364.

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο