4 Φεβρουαρίου 1843, σίγησε η ψυχή της Ελλάδος, ο Γέρος του Μωριάς

Γράφει η Ραφαηλία Μπατζή, μέλος της Ε.Ο.Ν. Χαλκιδικής

 

4 Φεβρουαρίου 1843, σίγησε για πάντα η ψυχή της Ελλάδος, η βροντερή φωνή του ’21 που ηχεί ακόμα στα αυτιά και στις καρδιές μας και ας μην την ακούσαμε ποτέ. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 73 ετών, σαν σήμερα πριν από 183 χρόνια ταξίδεψε για την άνω Ελλάδα, αφήνοντας για πάντα τα ιερά χώματα της πατρίδας του, μπαίνοντας στο  αιματοβαμμένο χώμα της που ο ίδιος με πόνο λευτέρωσε.

Όλοι στο άκουσμα του θανάτου του Γέρου του Μωριά, πάγωσαν, έκλειναν τα μαγαζιά τους, για να σπεύσουν στο σπίτι του, να του αποδώσουν με δάκρυα το ύστατο χαίρε. Η Αθήνα παρέλυσε, η Ελλάδα θρηνούσε γιατί έχανε τον μεγαλύτερο ήρωά της, τον Θοδωρή της.

49 χρόνια κρατούσε το ντουφέκι και πολεμούσε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, κρατώντας στις πλάτες του μια ολάκερη φυλή, ενώ αγόγγυστα σήκωσε τον Σταυρό του και ανέβηκε το Γολγοθά του. Λύγισε, μα δεν τα παράτησε. Συμφορές μεγάλες τον έβρισκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του και του αγώνα.

Από μικρός κυνηγημένος, γεννήθηκε στο Ραμαβούνι Μεσσηνίας, κάτω από ένα δένδρο όσο κυνηγούσαν την μάνα του οι Τούρκοι, τότε το 1770 κατά την περίοδο των Ορλωφικών από που πήρε και το όνομα του. Η μάνα του εντυπωσιασμένη από την προσωπικότητα του Θοδωρή Ορλώφ αποφάσισε να δώσει στον γιο της το όνομα του. Φυσικά δεν χωρά αμφιβολία ότι τον ξεπέρασε κατά πολύ αφού ήταν το δώρο του Θεού στον δύσμοιρο λαό μας.

15 ετών δημιούργησε τον δικό του Νταϊφά, και έκτοτε δεν άφησε από το χέρι το ντουφέκι, ακόμα και στην τελευταία του κατοικία θάφτηκε μαζί με τα όπλα και την περικεφαλαία του και στα πόδια του να πατά την τουρκική σημαία.

Στην ζωή και τον αγώνα πέρασε μπόρες και καταιγίδες τόσες όσες κανένας άλλος. Κυνηγημένος και διωγμένος όλη του την ζωή, νεκροφίλησε τον γιό του, έχασε αδέλφια, συγγενείς, αλλά συνέχισε να μάχεται, συνέχισε να ελπίζει, συνέχισε να πιστεύει. Φυλακίστηκε δύο φορές, εκ των οποίων την μια δέχθηκε με ταπείνωση και πίστη την ατιμωτική απόφαση της καταδίκης εις θάνατον, σα να ήταν ο τελευταίος εγκληματίας, ζώντας στην φυλακή μέσα σε ακαθαρσίες, μόνος. Και όμως, δεν κράτησε κακία, δεν ένιωσε θιγμένο τον εγωισμό του γιατί απλούστατα δεν είχε. Ο αγώνας τού είχε μάθει πως λευτεριά και εγωισμός δεν πάνε μαζί. Ένα από τα  χαρακτηριστικότερα, λοιπόν, παραδείγματα είναι ότι συγχώρησε τον φονιά του αδελφού του και όχι μόνο αυτό, αλλά του έκανε και το τραπέζι, μιμούμενος τον Άγιο Διονύσιο τον Zακυνθινό .

Ένα ακόμη παράδειγμα Πίστης και αφοσίωσης αυτή τη φορά είναι, όταν σε κάποιο τραπέζι  κάποια Παρασκευή, είχε κρέατα, εκείνος είπε «Εγώ τον Τίμιο Πρόδρομο δεν τον προδίδω, 10 ελιές θα φάω, μια κουταλιά λάδι, αυτό μου αναλογεί» και απευθυνόμενος σε έναν γνώριμό του Ιερέα που έφαγε κρέας του είπε, «εσύ αύριο θα είσαι άρρωστος» και πράγματι έγινε όπως είπε.

Χρόνια γράφουν, μελετούν, και μιλούν άνθρωποι για την ζωή του Γέρου του Μωριά. Κάποιοι θα αναρωτιούνται: «δεν βαριούνται, τι άλλο θα βρουν, τι άλλο θα πουν;». Όμως όσα και να διαβάσει, όσα και να γράψει κανείς για τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη δεν φτάνουν. Αδύνατο να αποδοθεί όλη του η ζωή. Έχει τόσα πολλά κάνει και τόσα πολλά να μας διδάξει, που κάθε φορά όλοι μας έχουμε να πάρουμε και κάτι ακόμη και τα ίδια πράγματα να λέμε και να γράφουμε κάθε φορά και κάτι αλλιώτικο θα ανακαλύπτουμε τόσο για τον ίδιο, τόσο για την Πατρίδα, αλλά και άλλο τόσο για εμάς τους ίδιους.

183 χρόνια μετά αδέλφια και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ρέει μέσα μας, στο αίμα και στις ψυχές μας. Ιερό χρέος μας να τον τοποθετήσουμε εντός της καρδιάς μας εκεί που του αξίζει και όπως λένε οι οι Άγιοι Πατέρες, τιμή Αγίου μίμησης Αγίου. Το ίδιο τολμώ να πω ισχύει και για τους Ήρωες και ιδιαιτέρως για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, γιατί και ο μακαριστός Πατέρας Ανανίας Κουστένης,  Άγιο τον θεωρούσε και του είχε εικόνισμα στο εικονοστάσι του. Ας τον έχουμε και εμείς λοιπόν στο εικονοστάσι της καρδιάς μας.

Στρατηγέ μου, σκύβω ευλαβικά το γόνυ και ζητώ την ευχή σου.

 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Μία άποψη για το “4 Φεβρουαρίου 1843, σίγησε η ψυχή της Ελλάδος, ο Γέρος του Μωριάς”

  1. Χρήστος

    Ευχαριστούμε ευλογημένη Ραφαηλία που μας δίνεις το έναυσμα για αυτό που γράφεις:
    Όμως όσα και να διαβάσει, όσα και να γράψει κανείς για τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη δεν φτάνουν.

    Πραγματικά δεν φτάνουν όσα και να γράψουμε και όσα και να διαβάσουμε.

    Οι στρατιωτικές και στρατηγικές του ικανότητες αναδείχθηκαν στη μάχη στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821), στην απελευθέρωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) και, ως αποκορύφωμα όλων, στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822).
    Σώζοντας την επανάσταση από τη στρατιά του Δράμαλη.
    Εφάρμοσε τη στρατηγική της καμένης γης στο Άργος και ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο.
    Και όμως ο Κολοκοτρώνης δεν πίστεψε τον προδότη που ορκιζόταν πως ο Δράμαλης θα προχωρούσε για την Τρίπολη.
    Ο Γέρος μάζεψε τα Παλικάρια, τους μίλησε και τα έκανε να χλιμιντράνε σαν άλογα.

    Ακολούθησε η λαμπρή νίκη στα Δερβενάκια, τη στιγμή που οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι είχανε μπει στα καράβια, για να γλιτώσουν.

    Αυτή τη δόξα οι πολιτικοί την «αντάμειψαν» στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, χαρίζοντας το βαθμό του στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους, για να μειώσουν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

    Είναι φανερό πως ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι ανησύχησαν τόσο πολύ από τις συνεχείς επιτυχίες των στρατιωτικών και του Κολοκοτρώνη ιδιαίτερα, που δεν τους ενδιέφερε καλά καλά η πορεία του Αγώνα όσο η προσωπική τους εξασφάλιση.

    Το πρώτο δάνειο στις 9 Φεβρουαρίου 1824.

    Πρόκειται για το «δάνειο της ανεξαρτησίας», ύψους 800.000 λιρών, που υπογράφηκε με αγγλικούς οίκους κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, αν και το καθαρό ποσό που έφτασε στα ελληνικά χέρια ήταν σημαντικά μικρότερο.

    Η Ελλάδα έλαβε μόνο το 59% (περίπου 472.000 λίρες), με το υπόλοιπο να παρακρατείται για προμήθειες, τόκους και εγγυήσεις.

    (Ακόμα πριν απελευθερωθούμε υποδουλωθήκαμε στους παγκόσμιους τοκογλύφους).

    Σκοπός: Η χρηματοδότηση του Απελευθερωτικού Αγώνα.

    Δεύτερο δάνειο: Ακολούθησε δεύτερο, μεγαλύτερο δάνειο το 1825, το οποίο επίσης επιβάρυνε δυσανάλογα την Ελληνική οικονομία.

    Αυτά τα πρώτα δάνεια χαρακτηρίστηκαν από δυσμενείς όρους, τοκογλυφικά επιτόκια και κακοδιαχείριση, (με απλά λόγια τα φάγανε), αποτελώντας τη βάση της “θηλιάς του χρέους” για το νεοσύστατο κράτος.

    Όπου θα αναγκαστεί να πει κάποια στιγμή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα:

    Εμείς πουλήσαμε την περιουσία μας για να σώσουμε την Πατρίδα,
    και αυτοί, πουλάνε την Πατρίδα για να φτιάξουν περιουσία…

    Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος (1824), ο οποίος τόσο ζημίωσε την Επανάσταση.

    Ο Γέρος, καταρρακωμένος από τη δολοφονία το Νοέμβριο του 1824 του πρωτότοκου παιδιού του, αποφάσισε να θέσει τέλος στον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο με την κυβέρνηση.

    Δέχθηκε να μεταβεί στο Ναύπλιο και να «προσφέρη εις την Διοίκησιν την υπόκλισίν του και την ευπείθειάν του εις τους νόμους της Πατρίδος…».
    Όμως δεν τον πίστεψαν και τον συνέλαβαν στις 6 Φεβρουαρίου 1825.

    «Μετά από μια δίκη παρωδία, ο θριαμβευτής του Βαλτετσίου, της Τριπολιτσάς και των Δερβενακίων καταδικάστηκε σε φυλάκιση στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα».

    Όμως θα αναγκαστούν 4 μήνες αργότερα όταν ο Ιμπραήμ είχε ήδη αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο να τον αποφυλακίσουν.

    Ο Κολοκοτρώνης κατάλαβε ότι ο Ιμπραήμ δεν ήταν Δράμαλης και επέμενε να καταστρέψει τα τείχη της Τριπολιτσάς και να του στερήσει ένα ισχυρό ορμητήριο στην καρδιά της Πελοποννήσου.

    Η κυβέρνηση όμως δεν του το επέτρεψε.

    Παράλληλα κοίταζε πώς να κρατήσει το ηθικό του πληθυσμού.
    Γιατί ο κόσμος υπέκυπτε και δήλωνε υποταγή στον Ιμπραήμ.

    Οπότε ο Γέρος έδωσε μάχη και κατά του προσκυνήματος με το καλό και με το άγριο («Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»).

    Και στα απομνημονεύματά του μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μόνον εἰς τὸν καιρὸν τοῦ προσκυνήματος ἐφοβήθηκα διὰ τὴν πατρίδα μου».

    (Μήπως και σήμερα ζούμε τον καιρόν του προσκυνήματος;)

    Ο Γέρος του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη.

    Και θα κλείσω με αυτό που γράφεις ευλογημένη Ραφαηλία:

    Η Αθήνα παρέλυσε, η Ελλάδα θρηνούσε γιατί έχανε τον μεγαλύτερο ήρωά της, τον Θοδωρή της.

    Τους Ήρωες του 1821 όλοι τους γνωρίζουν και όλοι τους δοξάζουν!
    Άραγε γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο και με τους πολιτικούς εκείνης της εποχής;
    Η ιστορία τους είναι γραμμένη με τα μελανότερα χρώματα.

    Μόνο τον μετέπειτα Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια θα ενθυμούμαστε όλοι για μια ζωή.

Αφήστε ένα σχόλιο