Τα Προσκυνήματα των Αγίων Τόπων – Η ιστορική πορεία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων

Κωνσταντίνος Τσοπάνης

Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκειών

Ο βίος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων αρχίζει μαζί με εκείνον της χριστιανοσύνης και η ιστορία της είναι συνυφασμένη με την ιστορία του Χριστιανισμού. Η Παλαιστίνη, η «Γη της Επαγγελίας» της Παλαιάς Διαθήκης και τα Ιεροσόλυμα, «το ιερό όρος Σιών» των Εβραίων, με την πάροδο του χρόνου απέκτησαν ιερή σημασία και για άλλους λαούς και θρησκείες οι οποίες ήταν, λιγότερο ή περισσότερο, επηρεασμένες από την Παλαιά Διαθήκη. Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ διεκδικούν την συγκεκριμένη περιοχή ως «ιερό τόπο» και έχουν στήσει εκεί τα ιερά τεμένη της λατρείας τους. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Μετά τη σύλληψη και τη σταύρωση του Ιησού οι μαθητές του συγκεντρώθηκαν στα Ιεροσόλυμα περιμένοντας την Δευτέρα Παρουσία η οποία σύμφωνα με τις μεσσιανικές αντιλήψεις των Ιουδαίων θα γινόταν στην πρωτεύουσα του βασιλείου του Δαβίδ. Έτσι ιδρύθηκε εκεί η πρώτη τοπική εκκλησία και χριστιανική κοινότητα η οποία με τον χρόνο κατέστη το κέντρο των υπολοίπων κατά τόπους χριστιανικών εκκλησιών. Λίγο αργότερα ακολούθησε σε αυτή την πόλη και ο πρώτος διωγμός των Χριστιανών εκ μέρους των Ιουδαίων με αποτέλεσμα τα μέλη της τοπικής κοινότητας να διασπαρούν στην Ιουδαία και την Σαμάρεια διαδίδοντας ταυτοχρόνως την πίστη τους.

Σε αυτήν την πόλη εμφανίζονται και οι πρώτες εκκλησιαστικές έριδες και διαμάχες. Ήδη από τα χρόνια των αποστόλων οι Χριστιανοί που απάρτιζαν την εκκλησία των Ιεροσολύμων και οι οποίοι προέρχονταν από την τάξη των Φαρισαίων (Πράξεις 15,5) κήρυσσαν ότι όσοι ήθελαν να προσηλυτισθούν στον Χριστιανισμό έπρεπε πρώτα να περιτέμνονται, με άλλα λόγια να γίνονται πρώτα Ιουδαίοι. Σε αυτή τους την έμμονη αντίληψη, η οποία πήγαζε από την Παλαιά Διαθήκη και είχε ως σκοπό να μεταστρέψει στον Ιουδαϊσμό οποιονδήποτε εισερχόταν στην νεότευκτη χριστιανική εκκλησία, αντιτέθηκε ένας επίσης προσήλυτος πρώην Φαρισαίος και μαθητής του φημισμένου νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ, ο Σαούλ από την Ταρσό, γνωστός ευρύτερα και ως απόστολος Παύλος, ο οποίος κήρυττε ότι Χριστιανοί μπορούν να γίνονται και οι «μη περιτετμημένοι», ή αλλιώς «οι εξ Εθνών», αφού σύμφωνα με την διδασκαλία του ο Χριστός είχε έρθει όχι μόνο ως σωτήρας και μεσσίας του «εκλεκτού λαού Ισραήλ» αλλά όλης της ανθρωπότητας. Αυτή η διδασκαλία αποτέλεσε την πρώτη εμφανή διάκριση των Χριστιανών από τους Ιουδαίους αφού έως τότε θεωρούνταν ως μια επιπλέον ιουδαϊκή αίρεση. Παράλληλα όμως ήταν και ένα καίριο πλήγμα στον εθνικό κορμό του Ισραήλ αφού ο πρώην ζηλωτής Σαούλ είχε αποφασίσει να θυσιάσει ένα τμήμα του εβραϊκού λαού προκειμένου να θεμελιώσει και να ενισχύσει μια αυτόνομη και ανεξάρτητη χριστιανική εκκλησία της οποίας τον πυρήνα θα αποτελούσαν οι Ιουδαίοι. Όπως ήταν φυσικό οι ιουδαίο-χριστιανοί των Ιεροσολύμων αντέδρασαν έντονα και αποτέλεσμα αυτού ήταν μια πρώιμη ενδοεκκλησιαστική έριδα η οποία συγκλόνισε την διωκόμενη πρωτοχριστιανική κοινότητα.

Τελικά προς επίλυση του ζητήματος συνεκλήθη το έτος 52 μ.Χ. στην πόλη των Ιεροσολύμων και η πρώτη σύνοδος της Εκκλησίας, η λεγόμενη «Αποστολική Σύνοδος», προκειμένου να αποφασίσει περί των όρων της εισόδου των Εθνικών στην Εκκλησία. Τελικά απεφάνθη ότι όσοι ήθελαν να βαπτισθούν δεν ήταν ανάγκη να αποδεχθούν τον μωσαϊκό νόμο και την περιτομή. Σε αυτή την σύνοδο μάλιστα ο Παύλος υποστήριξε ότι από συγκατάβαση προς τους εξ ιουδαίων χριστιανούς αφέθηκε να ισχύει μέχρι τότε ο νόμος του Μωυσέως. Οι Ιουδαίοχριστιανοί των Ιεροσολύμων κατηγόρησαν τον Παύλο ότι με την διδασκαλία του στρεφόταν εναντίον τους. (Πράξεις 21,28) Μετά από ταραχώδεις συζητήσεις και απειλές εναντίον ακόμα και της ζωής του αποστόλου Παύλου επεκράτησε τελικά η γνώμη του και πάνω στην ιουδαίο-χριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων τέθηκαν οι βάσεις της πολυεθνικής χριστιανικής εκκλησίας. Στην ίδια σύνοδο θεσπίσθηκε επίσης ότι, όπως οι Ιουδαίοι της διασποράς πλήρωναν χρήματα ως εισφορά για τον Ναό του Σολομώντος, έτσι και οι Χριστιανοί έπρεπε να πληρώνουν ετήσια εισφορά ως ενίσχυση στην εκκλησία των Ιεροσολύμων. Το σημαντικότερο όμως από θεολογικής και ιστορικής άποψης είναι ότι στα Ιεροσόλυμα με την Αποστολική Σύνοδο του 52 γεννάται και η Συνοδικότητα ως θεσμός στην Εκκλησία.

Μεταξύ των αποστόλων που είχαν εγκατασταθεί στα Ιεροσόλυμα αναφέρεται και ο Ιάκωβος ο οποίος παρουσιάζεται να έχει εξέχουσα θέση κυρίως όταν απουσίαζαν οι υπόλοιποι μαθητές του Χριστού και φαίνεται να μην εγκατέλειψε ποτέ τα Ιεροσόλυμα. Σύμφωνα με την παράδοση αποκαλείται «αδελφόθεος» δηλαδή αδελφός του Ιησού από τον πρώτο γάμο του μνήστορος Ιωσήφ, ωστόσο δεν υπάρχουν ιστορικά τεκμήρια που να στηρίζουν αυτήν τη θεωρία. Το βέβαιο είναι υπέστη μαρτυρικό θάνατο λιθοβολούμενος από τους Ιουδαίους στον διωγμό του 62 και έκτοτε πέρασε στην ιστορία ως ο πρώτος επίσκοπος της πόλης. Μετά την άλωση της πόλης το 70 και κατόπιν γενικής ψηφοφορίας των χριστιανών τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Συμεών, ο οποίος υπέστη σταυρικό θάνατο και κατόπιν αυτού το 107 ο τρίτος αδελφός τους Ιούδας. Έτσι αρχίζει η μακριά αλυσίδα των πατριαρχών, κατά τα εβραϊκά πρότυπα της Παλαιάς Διαθήκης και καθιερώνεται στα Ιεροσόλυμα ο μοναρχικός τύπος διοίκησης της Εκκλησίας.

Κατά τις παραμονές της πολιορκίας των Ιεροσολύμων από τους Ρωμαίους όλοι οι εξ ιουδαίων χριστιανοί είχαν αποσυρθεί στις πέραν του Ιορδάνη περιοχές αρνούμενοι να υπερασπισθούν την παλιά πρωτεύουσα του Δαβίδ. Με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού από τον Ρωμαίο στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα Τίτο το 70 και την ίδρυση επί των ερειπίων της, της ρωμαϊκής στρατιωτικής αποικίας Αιλίας Καπιτωλίνας, το 135, από τον αυτοκράτορα Αδριανό, οι ιουδαιοχριστιανοί έχασαν το κέντρο αναφοράς τους αφού μέχρι τότε τελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα μαζί με τους Εβραίους στα ιερά των δευτέρων. Όσοι δεν ενώθηκαν με τις ομάδες των εξ εθνών χριστιανών διατηρήθηκαν ως αιρετικές ομάδες (Ναζωραίοι, Εβιωνίτες, Ελκεσαιίτες). Η χριστιανική κοινότητα ανασυγκροτήθηκε στα Ιεροσόλυμα από χριστιανούς εθνικούς πλέον και ο επίσκοπός της ανήκε στον μητροπολίτη Καισαρείας, πόλη η οποία ήταν την εποχή εκείνη πρωτεύουσα της Παλαιστίνης. Οι Χριστιανοί λοιπόν έχοντας διαχωρίσει τη θέση τους από τους Εβραίους, στους οποίους είχε απαγορευθεί η παραμονή στην Ιερουσαλήμ και τις πέριξ περιοχές, εγκατέστησαν εξ αρχής την έδρα τους και κατά συνέπειαν την ανώτατη διοίκηση της Εκκλησίας στην «αγία πόλη». Μάλιστα από τον δεύτερο αιώνα και μετά ως αντίδραση στο κίνημα των Γνωστικών, οι εκκλησίες Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ρώμης αρχίζουν να συντάσσουν καταλόγους των επισκόπων προκειμένου να αποδείξουν την αδιάσπαστη ανά τους αιώνες αποστολική διαδοχή και την αυθεντία στην έκφραση των δογμάτων της πίστης.

Μεγαλύτερη σημασία αρχίζει να αποκτά η εκκλησία των Ιεροσολύμων από τον Μ. Κωνσταντίνο και μετά όταν οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης την τιμούν ως «μητέρα των εκκλησιών». Επί βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου και με την επιστασία και τις δωρεές της μητέρας του αγίας Ελένης οικοδομούνται οι πρώτοι ναοί στα Ιεροσόλυμα και η τοπική εκκλησία αρχίζει να γνωρίζει μεγάλη ακμή. Τότε ανεγέρθη για πρώτη φορά ο ναός της Αναστάσεως ο οποίος αποτελεί το κέντρο του πατριαρχείου έως σήμερα καθώς και πλήθος άλλων ναών και κτισμάτων θρησκευτικής κυρίως χρήσης. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της τοπικής εκκλησίας παίζει από την περίοδο εκείνη και εξής η άφιξη προσκυνητών οι οποίοι συνέρεαν από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας προκειμένου να βαδίσουν στην γη που έζησε ο Χριστός. Ο επίσκοπος της πόλης των Ιεροσολύμων ανάγεται σε μητροπολίτη με τον τίτλο «επίσκοπος Αιλίας». Με τον καιρό υποχωρεί το ρωμαϊκό όνομα των Ιεροσολύμων και η πόλη παίρνει πάλι το ιουδαϊκό.

Σημαντικές πληροφορίες για την εκκλησία των Ιεροσολύμων της περιόδου εκείνης έχουμε από το «Οδοιπορικόν» της Αιθερίας, (Peregrinatio Aetheriae) που συντάχθηκε περί το 380 και αποτελεί τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις μιας δυτικοευρωπαίας χριστιανής προσκυνήτριας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως η Αιθερία περιγράφει το ιδιόρρυθμο τελετουργικό που αναπτύσσεται στα Ιεροσόλυμα αλλά δεν αναφέρεται καθόλου στο θαύμα της αφής του Αγίου Φωτός πράγμα που σημαίνει ότι μάλλον τότε δεν λάμβανε χώρα ή τουλάχιστον δεν είχε πέσει στην αντίληψη της προσκυνήτριας η συγκεκριμένη τελετή.

Από τον 5ο αιώνα και εξής και δεδομένης της πολιτικής κατάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων ανυψώθηκαν σταδιακά σε πατριαρχεία. Ο παλαιοδιαθηκικός τίτλος «πατριάρχης» ο οποίος αρχικά αποδιδόταν σε σεβάσμιους επισκόπους βαθμηδόν περιορίσθηκε στην σημασία που έχει μέχρι σήμερα. Ο θρόνος των Ιεροσολύμων ανυψώνεται το 451 με απόφαση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου σε πατριαρχείο. Τέθηκε μάλιστα τελευταίος στην τάξη λόγω των εξαιρετικών συνθηκών στις οποίας βρισκόταν η πόλη εκείνη την περίοδο. Μπορούμε εδώ με βεβαιότητα να ισχυρισθούμε ότι κύριο ρόλο στην απόδοση πρεσβείων τιμής στην Ανατολική Εκκλησία έπαιζε η πολιτική σημασία κάθε πόλης, διαφορετικά τα Ιεροσόλυμα θα ήσαν στην πρώτη θέση ως «η μήτηρ των εκκλησιών», και όχι στην τελευταία. Αυτή την περίοδο αναπτύσσεται στην περιοχή εκείνη και ο μοναχισμός ο οποίος μετεμφυτεύθηκε από την Αίγυπτο και έμελλε να παίξει μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα ζωή και οργάνωση του πατριαρχείου όπως θα δούμε παρακάτω. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του πατριαρχείου έπαιξε και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο οποίος οικοδόμησε νέους ναούς όπως αυτόν της Θεοτόκου δίπλα στην τοποθεσία που ευρίσκετο παλαιότερα ο Ναός του Σολομώντος και μονές όπως την περίφημη Μονή του Σινά. Ταυτόχρονα ανακαίνισε και συντήρησε με μεγάλες χρηματικές δωρεές τα προσκυνήματα που είχαν ανεγερθεί επί Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ωστόσο τα έργα της εποχής τόσο του Μεγάλου Κωνσταντίνου όσο και του Ιουστινιανού κατεστράφησαν σχεδόν ολοσχερώς στις αρχές του 7ου αιώνα κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της περιοχής από τους Πέρσες. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο μόνος ναός που δεν κατέστρεψαν οι ζωροάστρες ασιάτες ήταν εκείνος της Γεννήσεως στην Βηθλεέμ και αυτό λόγω του ότι στην είσοδο του είχε ζωγραφισμένους τους τρεις μάγους με περσικές ενδυμασίες. Οι κατακτητές σεβάσθηκαν τους εικονογραφημένους συμπατριώτες τους και δεν πείραξαν τον ναό. Χάρη λοιπόν σε μια παραξενιά της Ιστορίας σώθηκε έως σήμερα ο πρωτοβυζαντινός ναός της Γεννήσεως του Σωτήρος. Τελικά ο αυτοκράτορας Ηράκλειος αφού εκδίωξε τους Πέρσες κατακτητές και επέστρεψε τον Τίμιο Σταυρό που εκείνοι είχαν πάρει ως λάφυρο, ανοικοδόμησε όλους τους κατεστραμμένους ναούς. Ωστόσο το πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν έμελλε να χαρεί μακρά περίοδο ευτυχίας και ευημερίας.

Αραβική κατάκτηση και Σταυροφορίες

Από τον 7ο αιώνα και μετά τα παλαίφατα πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας καθώς και αυτοκέφαλη εκκλησία της Κύπρου πέφτουν στα χέρια των Αράβων και αρχίζει η σταδιακή παρακμή τους. Συγκεκριμένα τα Ιεροσόλυμα κατακτήθηκαν το 637 από τον Ομάρ ο οποίος όμως με ειδική Συνθήκη εξασφάλισε τα δικαιώματα του πατριαρχείου επί των προσκυνημάτων. Ωστόσο η καταπίεση και ο βίαιος εξισλαμισμός των χριστιανών αποτελούν καθημερινό φαινόμενο της περιόδου εκείνης ενώ εξαραβίζονται οι πληθυσμοί που κατοικούν στις περιοχές τους. Λόγω των συνεχών πολέμων και της μακροχρόνιας κατοχής από τους Άραβες μουσουλμάνους πολλές φορές οι πατριαρχικοί θρόνοι μένουν κενοί για 4 έως 7 δεκαετίες ενώ άλλες φορές ανέρχονται σε αυτούς ιθαγενείς και αραβόφωνοι πατριάρχες που δεν έχουν καμία σχέση και εξάρτηση με την βυζαντινή εξουσία και κατά συνέπεια με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Οι Άραβες λοιπόν είχαν περιορίσει την χριστιανοσύνη στην Ανατολή και καταπίεζαν αφόρητα όχι μόνο τους ντόπιους χριστιανικούς πληθυσμούς αλλά και τους προσκυνητές οι οποίοι κατέφθαναν από την Ευρώπη για να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους. Επιπλέον στην Δύση η ακμή του παπισμού την ίδια περίοδο επέφερε ακμή και της παπικής θρησκευτικότητας την οποία χαρακτήριζε πάντοτε μια διπλή τάση, υπερκόσμια και εγκόσμια. Ο καθολικισμός με άλλα λόγια διακατείχετο από τον πόθο της απόκτησης όχι μόνον της επουράνιας αλλά και της επίγειας Ιερουσαλήμ. Αυτός ήταν και ο λόγος που αυξήθηκε τόσο η μετάβαση Δυτικοευρωπαίων στους Αγίους Τόπους όπως και η επιθυμία να τους απελευθερώσουν από τους απίστους αλλά ακόμα και να μεταδώσουν τον χριστιανισμό στους μουσουλμάνους. Από τον 11ο αιώνα και μετά μάλιστα που οι Σελτζούκοι τούρκοι έγιναν κύριοι της περιοχής η θέση των χριστιανών χειροτέρευσε ακόμα περισσότερο γεγονός που επιτάχυνε τις εξελίξεις για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης στη Δύση.

Ακριβώς τον 11ο αιώνα με αφορμή την απελευθέρωση του Αγίου Τάφου ξεκίνησε η Α΄ Σταυροφορία. Οι πάπες είχαν αρχίσει ήδη από τα τέλη του 10ου αιώνα να καλούν τους πιστούς σε σταυροφορία με εγκυκλίους «εκ προσώπου της ερημωμένης Ιερουσαλήμ» (ex persona devastatae Hierosolymae), ενώ και βυζαντινοί αυτοκράτορες όπως ο Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός, οι οποίοι δεν είχαν πλέον την στρατιωτική ισχύ να απελευθερώσουν μόνοι τους τις επαρχίες τους υπεδαύλιζαν τέτοιες ενέργειες προτρέποντας σε ιερό πόλεμο υπό το ιερό σύμβολο του Σταυρού, για δικούς τους λόγους. Ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος μάλιστα υποσχέθηκε συμμετοχή στην Σταυροφορία για την ανάκτηση των υπό των απίστων καταληφθέντων Αγίων Τόπων.

Για να ξεσηκωθούν τα πλήθη και να συμμετάσχουν στην Σταυροφορία ο Πέτρος ο Ερημίτης ισχυρίσθηκε ότι «καθ’ υπνον είδε τον Χριστό να του ζητά να μεταφέρει στον Πάπα την εντολή να εξεγείρει ολόκληρη την Χριστιανοσύνη προκειμένου να απελευθερωθούν οι Άγιοι Τόποι.» Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι ο Πέτρος ο Ερημίτης ανέλαβε μαζί με κάποιους άλλους ιερωμένους το κήρυγμα της Σταυροφορίας η οποία είχε αποφασισθεί στη Σύνοδο του Κλερμών το έτος 1095. Οι σταυροφόροι θεώρησαν τους εαυτούς τους ως συνεχιστές και ολοκληρωτές του θεάρεστου έργου των προσκυνητών και άρα πίστευαν ότι αποτελούσαν μια ανώτερη βαθμίδα προσκυνητών. Αποτέλεσμα αυτής της πολυπληθούς πολεμικής κινητοποίησης των δυτικοευρωπαίων χριστιανών ήταν να περιέλθει στις 15 Ιουλίου 1099 η Ιερουσαλήμ στα χέρια των Σταυροφόρων οι οποίοι με την κραυγή «Ο Θεός το θέλει» (Deus lo volt), εισήλθαν θριαμβευτές και απελευθερωτές στο Ναό της Αναστάσεως. Τότε αποφάσισαν να στέψουν βασιλιά της Ιερουσαλήμ τον Γοδεφρείδο ντε Μπουγιόν ο οποίος όμως αρνήθηκε να δεχθεί το βασιλικό στέμμα στον τόπο όπου ο Χριστός φόρεσε το ακάνθινο στεφάνι και περιορίσθηκε στον τίτλο του «προστάτη του Αγίου Τάφου». Ωστόσο τον τίτλο του βασιλιά δέχθηκε ο αδελφός του Βαλδουίνος ο οποίος και το διαδέχθηκε ένα έτος αργότερα.

Την περίοδο εκείνη δημιουργούνται στα Ιεροσόλυμα και τα δύο σπουδαιότερα ιπποτικά τάγματα των Σταυροφοριών, εκείνα των Ιωαννιτών και των Ναϊτών. Οι Ιωαννίτες ίδρυσαν ένα μεγάλο νοσοκομείο κοντά στον ναό του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού και είχαν ως σκοπό να περιθάλπτουν τους ασθενούντες προσκυνητές. Για αυτό το λόγο ονομάσθηκαν και Ospitalieri. Ωστόσο το επίσημο όνομα τους το έλαβαν λόγω του ότι είχαν εγκατασταθεί πέριξ του προαναφερθέντος ναού.

Την ίδια περίοδο των Σταυροφοριών σχηματίσθηκε από τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνο Β΄ και ένα ακόμα πολεμικό τάγμα το οποίο είχε ως σκοπό την προστασία των προσκυνητών και έδρευε στα ανάκτορά του τα οποία θεωρείτο ότι είχαν χτισθεί εκεί που παλαιότερα βρισκόταν ο Ναός του Σολομώντος. Για αυτό τον λόγο ονομάσθηκαν και Ναΐτες (Templieri). Και τα δύο αυτά τάγματα έμειναν και έδρασαν στην περιοχή όσο διήρκεσαν οι Σταυροφορίες και η ζωή των Λατινικών βασιλείων που ίδρυσαν εκεί οι Σταυροφόροι. Κατόπιν μετακινήθηκαν στην Δύση και τελικά διαλύθηκαν αφού έχασαν τον αρχικό τους σκοπό που ήταν η περίθαλψη και η προστασία των προσκυνητών.

Με την κατάληψη της Παλαιστίνης από τους Σταυροφόρους άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του πατριαρχείου αφού τόσο στην Ιερουσαλήμ όσο και στην Αντιόχεια εγκαταστάθηκαν Λατίνοι πατριάρχες και ο ορθόδοξος κλήρος και λαός αναγκάσθηκε δια της βίας να υπαχθεί σε αυτούς. Τα προσκυνήματα εσυλλήθησαν και οι θησαυροί τους μεταφέρθηκαν στην Δύση. Η φύλαξή τους αφαιρέθηκε από τους Έλληνες μοναχούς και οι Ορθόδοξοι πατριάρχες αναγκάσθηκαν να φύγουν ή διώχθηκαν και μετά τον θάνατο τους ενώ οι διάδοχοί τους εξελέγχονταν, χειροτονούνταν και παρέμεναν για όλη τους τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη χωρίς ποτέ να μπορέσουν να ανέλθουν στους θρόνους τους και να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Σε αυτή την σκοτεινή περίοδο τα μόνα προσκυνήματα που μένουν σε ελληνικά χέρια είναι μερικές μονές πέριξ του Ιορδάνη ποταμού, ενώ όλοι οι Ναοί περνούν στη δικαιοδοσία των Καθολικών.

Η παράδοση όμως των τοπικών Εκκλησιών ήταν τόσο ισχυρή ώστε συν τω χρόνω αυτοί οι ίδιοι οι Λατίνοι επεδίωξαν ανεξαρτητοποίηση από την παπική εξουσία της Ρώμης με αποτέλεσμα ο Αντιοχείας Ροδόλφος να αρνηθεί το 1136 να λάβει το ωμοφόριο του από τον πάπα Ιννοκέντιο Β΄ ισχυριζόμενος ότι ο θρόνος του είναι επίσης θρόνος του Αποστόλου Πέτρου, όπως και εκείνος της Ρώμης και μάλιστα αρχαιότερος. Την ίδια περίοδο ο Λατίνος πατριάρχης Ιεροσολύμων Γουλιέλμος απαγόρευσε στον μητροπολίτη Τύρου να μεταβεί στη Ρώμη να λάβει το ωμοφόριο του. Ωστόσο η αντίδραση του Ιννοκεντίου ήταν άμεση και δραστική με αποτέλεσμα ο μεν Ιεροσολύμων να υποταγεί εκ νέου στον θρόνο της Ρώμης και ο Αντιοχείας να καθαιρεθεί το 1140.

Το 1187 ο Σαλαντίν κυρίευσε εκ νέου την Ιερουσαλήμ και εξεδίωξε τους Σταυροφόρους. Με την Γ΄ Σταυροφορία (1189) παραχωρήθηκε και πάλι το δικαίωμα στους προσκυνητές να μεταβαίνουν στους Αγίους Τόπους αλλά τα Ιεροσόλυμα παρέμειναν στα χέρια του Σαλαντίν. Το πρώτο ήμισυ του 13ου αιώνα ο Φρειδερίκος Β΄, εγγονός του Βαρβαρόσα, κατάφερε για μια ακόμα φορά να ελευθερώσει την Ιερουσαλήμ και στέφθηκε βασιλιάς στο ναό της Αναστάσεως. Ωστόσο το 1244 η πόλη καταλήφθηκε και πάλι από τους Άραβες οι οποίοι φόνευσαν τους κατοίκους της και κατέστρεψαν τον Άγιο Τάφο. Λίγες δεκαετίες αργότερα, το 1291 οι μαμελούκοι τούρκοι έθεσαν οριστικά τέρμα στην κυριαρχία των Σταυροφόρων στην Παλαιστίνη.

Η κυριότητα των προσκυνημάτων

Την περίοδο των Σταυροφόρων την κυριαρχία των Αγίων Τόπων και των προσκυνημάτων πέρασε όπως φυσικό εξ’ ολοκλήρου στα χέρια των Λατίνων. Μετά την εκδίωξη των Σταυροφόρων όμως έχασαν σχεδόν όλα τα προσκυνήματα και εκδιώχθηκαν από την περιοχή. Η παραμονή επετράπη μόνο στα μέλη του Τάγματος των Φραγκισκανών οι οποίοι με τον καιρό κατάφεραν να επανακτήσουν κάποια δικαιώματα στα προσκυνήματα. Οι Ορθόδοξοι αντέδρασαν στις ενέργειες αυτές του Βατικανού μέσω των Φραγκισκανών και κατάφεραν τρεις φορές να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα του πατριαρχείου Ιεροσολύμων επί των προσκυνημάτων. Πρώτος τα ανεγνώρισε ο σουλτάνος Σελίμ Α΄ το 1517. Αυτός αφού εκδίωξε τους Μαμελούκους της Αιγύπτου από την Παλαιστίνη δι’ αυτοκρατορικού εγγράφου αναγνώρισε στους Ορθοδόξους Αγιοταφίτες μοναχούς την κυριότητα των εν γένει προσκυνημάτων της περιοχής. Την τακτική του ακολούθησαν και οι επόμενοι σουλτάνοι μέχρις ότου, για πολιτικούς λόγους, η τουρκική κυβέρνηση αναγκάσθηκε να κάνει παραχωρήσεις προς τους Καθολικούς έναν αιώνα αργότερα.

Συγκεκριμένα ο σουλτάνος εξαναγκάσθηκε από τη Γάλλο-τουρκική συνθήκη του 1604 να εκδώσει τέσσερα φιρμάνια κατά το πρώτο μισό του 17ου αιώνα (1621,1625, 1627 και 1630) με τα οποία προέβαινε σε παραχωρήσεις προς τους Λατίνους και τους αναγνώριζε τη κατοχή ορισμένων προσκυνημάτων που ήδη κατείχαν αλλά τους απέδιδε και άλλα πολύ σπουδαιότερα όπως αυτά του Παναγίου Τάφου, του σπηλαίου της Βηθλεέμ, του τάφου της Παναγίας, της μονής της Βηθλεέμ και άλλα. Αυτή η ενέργεια αποτέλεσε πραγματική πανωλεθρία για τους Ορθοδόξους οι οποίοι ήσαν ουσιαστικά απροστάτευτοι. Μετά από ενέργειες και δωροδοκίες των τότε πατριαρχών Ιεροσολύμων Θεοφάνους και Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως εξεδόθησαν δύο διατάγματα το 1631 και το 1632 τα οποία κατά κάποιον τρόπον αποκαθιστούσαν την αδικία αλλά όμως ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν. Χρησιμοποιώντας τις άριστες σχέσεις που είχε με τα προτεσταντικά βασίλεια ο Κύριλλος Λούκαρις κατάφερε να κινητοποιήσει την ολλανδική κυβέρνηση η οποία δια του τότε πρέσβη της στην Κωνσταντινούπολη απαίτησε να δοθούν τα προσκυνήματα και πάλι στους Ορθοδόξους. Με την συνεπικουρία μεγάλων χρηματικών ποσών που δόθηκαν από τους Έλληνες των παραδουνάβιων πριγκιπάτων προς τις τουρκικές αρχές ως δωροδοκία τελικά κατέστη δυνατόν με τρία διατάγματα που εξέδωσε ο σουλτάνος Μουράτ το 1634 να επιστραφούν τα προσκυνήματα στα ελληνικά χέρια. Επρόκειτο για ένα μεγάλο θρίαμβο των υποδούλων ορθοδόξων Ελλήνων. Το πατριαρχείο Ιεροσολύμων προκειμένου να ανταποδώσει την στήριξη την οποία ο Κύριλλος Λούκαρις του είχε παράσχει αφειδώς κατά την διαμάχη του με τους Καθολικούς όλη αυτήν την περίοδο, συγκάλεσε το έτος 1672 σύνοδο με σκοπό να τον απαλλάξει από τις περί «καλβινισμού και προτεσταντισμού» κατηγορίες που τον βάραιναν. Η Σύνοδος απεφάνθη ότι ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε ενώπιον της αποκηρύξει την περίφημη «Ομολογία» του η οποία εμπεριείχε προτεσταντικές δοξασίες και άρα ήταν ορθόδοξος. Ωστόσο ο τότε Ιεροσολύμων Δοσίθεος δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει στην Δωδεκάβιβλό του ως «κρύφιον αιρετικόν».

Εν τω μεταξύ οι Καθολικοί δεν έμειναν άπραγοι ούτε αποδέχθηκαν τα γενόμενα αλλά μέσω των καθολικών βασιλικών Αυλών της Ευρώπης πίεζαν τον σουλτάνο να τους αποδώσει ξανά ότι μέχρι τότε κατείχαν. Το 1689 ο σουλτάνος προκειμένου να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Γαλλίας στον πόλεμο που διεξήγαγε εναντίον των Αυστριακών, Πολωνών και Ρώσων με νέο διάταγμα παρέδωσε στους Καθολικούς τμήματα των προσκυνημάτων του ναού της Αναστάσεως (τους δύο θόλους και τις αψίδες, την αποκαθήλωση, το μισό τμήμα του Γολγοθά, και δικαίωμα να τελούν θεία λειτουργία επί του Παναγίου Τάφου, κάτι που οι Ορθόδοξοι θεώρησαν ως μια από τις μεγαλύτερες βεβηλώσεις) καθώς και το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Ο Ιεροσολύμων Δοσίθεος αντέδρασε αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Επιπλέον τον επόμενο αιώνα με την γάλλο-τουρκική συνθήκη του 1740 οι καθολικοί εδραίωσαν την θέση τους στους Αγίους Τόπους.

Ήταν η σειρά των Ορθοδόξων να αντιδράσουν και το έκαναν με το θάρρος της απελπισίας. Προσπάθησαν αρκετές φορές να απωθήσουν δια της βίας τους Καθολικούς από τα προσκυνήματα και μετά από μεγάλη συμπλοκή που σημειώθηκε το 1755 μεταξύ Ελλήνων και καθολικών εντός του Ναού της Αναστάσεως ανακινήθηκε ξανά το ζήτημα των προσκυνημάτων. Αυτή την φορά σπουδαίο ρόλο έπαιξε ο γιατρός του Μεγάλου Βεζίρη Αθανάσιος Υψηλάντης ο οποίος κατάφερε με ενέργειες του να πείσει τον σουλτάνο Οσμάν Ι΄ να αποδώσει οριστικά με διάταγμα του το έτος 1757 τα προσκυνήματα στους Ορθοδόξους. Έκτοτε δεν ξαναεπιχειρήθηκε ολοκληρωτική αφαίρεση των προσκυνημάτων από τους Ορθοδόξους.

Ωστόσο τα πράγματα δεν ηρέμησαν ποτέ εντελώς και κατά την διάρκεια των επομένων αιώνων οι Ορθόδοξοι έχασαν κατά καιρούς μέρη των προσκυνημάτων τόσο προς όφελος των Καθολικών όσο και των Αρμενίων οι οποίοι αναζητούσαν κάθε ευκαιρία να αποκτήσουν ερείσματα στην περιοχή. Για παράδειγμα μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε τον Ναό της Αναστάσεως το 1808 και παρότι η ανοικοδόμηση του ανετέθη με σουλτανικό φιρμάνι στους Έλληνες οι Αρμένιοι κατάφεραν να αποκτήσουν την κυριότητα τμημάτων του ανακαινισθέντος οικοδομήματος τα οποία κατέχουν έως σήμερα. Το έτος 1847 εκλάπη ο πολυτελής μεγάλος Αστήρ που κοσμούσε το σπήλαιο της Βηθλεέμ. Αυτό το γεγονός έγινε η αιτία να ξεσπάσουν εκτεταμένα επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Καθολικών οι οποίοι αλληλοκατηγορούντο και να ανακινηθεί για μια ακόμα φορά το ζήτημα της κατοχής των προσκυνημάτων. Η Γαλλική κυβέρνηση κατόρθωσε τότε να αποσπάσει ακόμα μερικά τμήματα υπέρ των Καθολικών και τελικά στο Συνέδριο των Παρισίων το 1856 απεφασίσθη το καθεστώς κατοχής των προσκυνημάτων το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με αυτό ο μεγάλος θόλος του Ναού της Αναστάσεως και το σπήλαιο της Βηθλεέμ ανήκει στου Έλληνες, οι Καθολικοί κατέχουν το αλτάριο στον ναό της Βηθλεέμ και το δικαίωμα να τελούν λειτουργίες επί του τάφου της Θεοτόκου, και οι Ορθόδοξοι έχουν δικαίωμα να τελούν λειτουργία στον παπικό ναό της Αναλήψεως επί του όρους των ελαιών. Η τελευταία σοβαρή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί των προσκυνημάτων εκδηλώθηκε τον 19ο αιώνα από τους Ρώσους αυτή τη φορά, οι οποίοι εμφορούμενοι από την ιδεολογία του Πανσλαβισμού οικοδόμησαν πλήθος ναών και μονών στα Ιεροσόλυμα και ολόκληρη την Παλαιστίνη και υποκίνησαν ταραχές στο αραβόφωνο ποίμνιο του πατριαρχείου επιδιώκοντας την προς όφελός τους μεταβολή του καθεστώτος που ισχύει στους Αγίους Τόπους.

 

 

 

Η εσωτερική οργάνωση του πατριαρχείου

 

Στα μέσα του 16ου αιώνος (1543-1579) συνέβη μια καθοριστική αλλαγή και αναδιοργάνωση στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Ο πατριάρχης Γερμανός αναδιοργάνωσε την αγιοταφιτική αδελφότητα και την συνένωσε στενά με το πατριαρχείο. Με άλλα λόγια μετασχημάτισε το παλαίφατο πατριαρχείο σε ένα είδος μονής με τον ίδιο ως ηγούμενο. Η μοναχική αδελφότητα των Αγιοταφιτών με την νέα δομή της ανέλαβε καθήκοντα ποιμαντορικά καθώς και μέριμνας περί των πνευματικών και υλικών αναγκών του πατριαρχείου. Το λαϊκό στοιχείο εξοβελίσθηκε σχεδόν ολοσχερώς από την διοίκηση και η αδελφότητα ανέλαβε την συντήρηση του κλήρου και την ίδρυση και ανακαίνιση ναών, σχολείων και νοσοκομείων. Επίσης μόνο μέλη της αδελφότητας εστέλλοντο ως επίσκοποι ή ηγούμενοι για την ποιμαντορία των επαρχιών και των μονών που ανήκαν στο Πατριαρχείο.

Το έτος 1902 επί πατριαρχίας Δαμιανού συνετάχθη κανονισμός περί των οικονομικών του πατριαρχείου με τον οποίο τέθηκε τέρμα στην ανεξέλεγκτη και μυστηριώδη διαχείριση των οικονομικών υπό ενός προσώπου το οποίο έφερε ισοβίως τον μετριόφρονα τίτλο του «σκευοφύλακα» και ήταν ανεξέλεγκτο. Έκτοτε για οποιαδήποτε ενέργεια που θα αφορούσε στα οικονομικά του πατριαρχείου λόγο θα είχε όχι μόνον ο πατριάρχης αλλά και οι συνοδικοί μητροπολίτες οι οποίοι έπρεπε να συνυπογράφουν κάθε απόφαση. Όπως όμως απέδειξαν τα τελευταία γεγονότα ούτε αυτή η αλλαγή δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει οικονομικές ατασθαλίες εκ μέρους κάποιων.

 

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία.

Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία

Σωζομένου, Εκκλησιαστική Ιστορία,

Θεοδωρήτου, Εκκλησιαστική Ιστορία

Επιφανίου, Κατά Αιρέσεων

Αιθερίας, Οδοιπορικόν

Στεφανίδου Β., Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Αστηρ, Αθήναι, 1978

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο