Οι Παιδεραστές στην Εξουσία

Γράφει ο Πέτρος Ι. Νικολού, Ασκούμενος Δικηγόρος, Νομική ΕΚΠΑ

 

Το χρήμα, η πολιτική ισχύς, η δημοσιότητα και η ακατανίκητη έως ναρκισσιστική αίσθηση της επιβολής εφ’ ετέρων φθείρουν, κολάζουν και διαβρώνουν την ανθρώπινη φύση, απογυμνώνοντας τα προσωπεία με τα οποία αρέσκεται να αμφιέννυται, καλλωπίζεται και περιγελά τους πέριξ της. Κατά το κοινώς και λαϊκώς ρηθέν, κοντολογίς, όσο πιο ψηλά ανέλθει η μαϊμού τόσο πιο αποκαλυπτικά γίνονται τα οπίσθια της. Τα σκάνδαλα της εγχώριας πολιτικής και πνευματικής ψευτοελίτ, τα οποία κατακλύζουν τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις της κοινής γνώμης το διανυόμενο διάστημα δεν είναι ούτε τυχαία μεμονωμένα περιστατικά, αιφνιδίως προκύψαντα, ούτε ασήμαντες και ανάξιες προσοχής διολισθήσεις του ιδιωτικού βίου. Συνιστούν φυσικά επακόλουθα, οργανική συνέχεια της θέσεως και της δυνάμεως που κατέχουν διασημότητες τινές στη δημόσια σφαίρα. Η υπόθεση Λιγνάδη με την πρωτόδικη καταδίκη του σκηνοθέτου και ηθοποιού για δύο εκ των τεσσάρων αδικημάτων βιασμού και τη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος ως προς την εκτέλεση της ποινής άμα τη ασκήσει της εφέσεως δεν εξήγειρε μαζικώς πλήθη ευαισθητοποιημένων πολιτών μόνο για το ασυλλήπτως ειδεχθές, το αποτρόπαιο και το φρικώδες του τελεσθέντος εγκλήματος, αλλά πρωτίστως για τη σταθερή επιβεβαίωση της διαπίστωσης πως όσοι μονοπωλούν την εμφάνιση στις οθόνες μας πλέουν σ’ ένα απύθμενο πέλαγος ανωμαλίας, παθών και ακαθαρσιών.

Μετά το πανηγυρικό εν χορδαίς και άσμασιν ξέπλυμα του στενοτάτου συμβούλου του πρωθυπουργίσκου του εντοπίου προτεκτοράτου πρό τριών ετών με την και πάλι χορήγηση αναστολής κατόπιν καταδίκης του για κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση ασέλγεια εις βάρος ανηλίκων άνω των 15 ετών έναντι αμοιβής στη Μολδαβία, ήρχισαν εμφανώς να πίπτουν σταδιακώς οι μάσκες όλων εκείνων των ελεγχόντων τα ηνία και τους αρμούς της εξουσίας, οι οποίοι όχι μόνο παρείχον αφειδώς στήριξη σε υποδίκους της κάστας τους, αλλά συνάμα βυθίζονταν μεταξύ τους σ’ έναν ατέρμονο λασπώδη βούρκο ποινικώς κολασίμων πράξεων, ενδεικτικών του βδελυρού περιεχομένου της αθλίας τους ψυχής. Ο κοινωνικός ψόγος γύρω από την ελαστικότητα, την επιείκεια και τον κατ’ ουσίαν ευνουχισμό της εν σχέσει με τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας αξιοπρέπειας και ελευθερίας νομοθεσίας καταδεικνύει την μεγίστη βαρύτητα με την οποία τα περιβάλλει η λαϊκή συνείδηση, εξισώνοντάς τα μ’ εκείνα κατά της ιδίας της ζωής, ήτοι την εκ δόλου ανθρωποκτονία. Όταν, επομένως, ως διαπράξας των άνωθι φέρεται πρόσωπο επιστηθίως φιλικό του κληρονομικώ δικαίω νομέως του κυβερνητικού θώκου, δεν δηλούται απλώς μία κραυγαλέα δυσαρμονία ανάμεσα στην τιμωρία και το κοινό περί δικαίου αίσθημα, αλλά οργιάζει η εύλογη και εν πολλοίς δεδικαιολογημένη εντύπωση για μία αλληλοδιαπλεκόμενη και βαθέως διεφθαρμένη τάξη ισχυρών, η οποία κατευθύνει τη δικαιοσύνη, χειραγωγεί τους θεσμούς και ευτελίζει το ήδη απομυθοποιημένο πολίτευμα σε καθεστώς αυτοεξυπηρετήσεως ολιχαρχών. Καλλιτέχνες και πολιτευτές καταγγελλόμενοι ως παιδόφιλοι, κτηνοβάτες και βιαστές εκφράζουν τα ήθη, το ποιόν και την αληθινή ταυτότητα μιάς δηλητηριώδους κοινωνικής αφρόκρεμας.

Παρά ταύτα και ανεξαρτήτως του όποιου παρασκηνιακού αθύρματος κάθε φορά ενδύει με τη λευκή λεοντή της αθωότητος τις παρέες του κατεστημένου, οι τηλεδίκες των πρωϊνάδικων, οι εκπομπές επιφανών βιζιτούδων της πιάτσας και ο παροξυσμός του ωρυομένου συρφετού των metoo-δων στο διαδίκτυο δεν μπορούν να αξιώνουν καμμία εγγύηση ορθοδικίας και αποδιδομένης δικαιοσύνης. Η ελευθερία, η τιμή και η υπόληψη ενός εκάστου εξ ημών σφραγίζεται με απαράμιλλη ιερότητα, απαιτώντας τον δεόντα σεβασμό και την προσήκουσα ταπείνωση. Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, το τεκμήριο της αθωότητος, τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα εξατομικευμένα κριτήρια κάθε περιπτώσεως και η απεξάρτηση της δικαστικής κρίσης από πιέσεις και την εκάστοτε περιρρέουσα ατμόσφαιρα κινδυνεύουν αναντιλέκτως να καταπέσουν σε ενοχλητικές λεπτομέρειες και επουσιώδεις υποσημειώσεις μιάς σειράς δικαστικών αγώνων με προειλημμένες αποφάσεις, συνθέσεις παρωδία και στημένα ακροατήρια. Η αποχή από την εκφορά γνώμης πάνω σε μή μελετηθείσα δικογραφία πρέπει να αναγορευτεί σε κανόνα συνειδήσεως, πράξη υψηλής ευθύνης κι όχι ευάρεστο ευχολόγιο.

Η άσκηση αδέσμευτης και ακηδεμόνευτης κριτικής ως έκφανση της ελευθερίας του λόγου και κίνηση σοβαρού πολιτικού καθήκοντος παρά τους τεθέντες εκ του νόμου περιορισμούς παραμένει η μόνη μέθοδος για τον κοινωνικό έλεγχο των δημοσίων προσώπων. Η επέκταση των αναδυομένων υποθέσεων βιασμού με θύτες φιγούρες όλο και εγγύτερες στα αστικά κόμματα και το πολιτικό σύστημα σέρνει αποφασιστικά την κουρτίνα για την αποκάλυψη όλης της μαυρίλας, η οποία διευθύνει τις ζωές ημών ερήμην ημών. Η συγκάλυψη, οι συμπαιγνίες και οι άνωθεν δοθείσες εντολές για παροχή παρά τον νόμο προστασία σε ανθρώπους, οι οποίοι παρουσιαζόμενοι ως πρότυπα αποφασίζουν για την τύχη μας και κυριαρχούν στις τέχνες, τον πολιτισμό, την οικονομία της αγορά και την πολιτική σκιαγραφούν ανάγλυφα τον βαθμό της σήψεως αλλά και της εγκληματικής ανοχής μιάς κοινωνίας, η οποία απειλείται από παιδεραστές και λοιπές μορφές εγκληματιών σε θέση εξουσίας.

 

Άρθρο δημοσιευθέν στην εφημερίδα Ελευθερη Ώρα της Κυριακής 17.07.22 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο