Του Τίτου Ιω. Αθανασιάδη
Ο Εμμανουήλ Τσουδερός ανέλαβε την πρωθυπουργία την επομένη του Πάσχα, ημέρα Δευτέρα, 21 Απριλίου 1941, σε ατμόσφαιρα χάους, καθώς ο αρχηγός του Στρατού της Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας στρατηγός Τσολάκογλου είχε προχωρήσει το σχέδιό του για τη σύναψη ανακωχής με τους Γερμανούς και θα το ολοκλήρωνε, περιλαμβάνοντας και τους Ιταλούς, παρά τις εξ Αθηνών διαταγές του Επιτελείου και της κυβέρνησης να μην προβεί σε τέτοια ενέργεια, πολλώ μάλλον που το Βρεταννικό Εκστρατευτικό Σώμα έδιδε μάχες οπισθοφυλακών και υπήρχε κίνδυνος να αιχμαλωτισθεί ολόκληρο.
Καθώς οι Γερμανοί ήσαν ελεύθεροι, λόγω της συναφθείσας ανακωχής, να κατέλθουν, σε σύντομο χρόνο, στην Αθήνα, Βασιλέας και κυβέρνηση πήραν την απόφαση να μεταφέρουν την έδρα της τελευταίας στην Κρήτη και εκεί να δώσουν την ύστατη μάχη εναντίον του Άξονος. Ενδεχόμενη απώλεια της Κρήτης, μετά από έντονο αγώνα, βέβαια, θα ακολουθείτο από την μετακίνηση του Ανωτάτου άρχοντος και της κυβέρνησης στο εξωτερικό, απ’ όπου θα συνεχιζόταν η πολεμική προσπάθεια των Ελλήνων κατά των κατακτητών.
Λίγο πριν την αναχώρηση για την Κρήτη, που ορίστηκε να πραγματοποιηθεί με υδροπλάνο που θα αποθαλασσωνόταν από τον Σκαραμαγκά, ο Τσουδερός αντιμετώπισε το πρώτο εσωτερικό πρόβλημα από τα πολλά που θα εύρισκε μπροστά του κατά την κατοχική περίοδο.
Ο Γερμανός πρέσβης
Ο Βρεταννός πρεσβευτής Πάλαιρετ πρότεινε στην κυβέρνηση να εξαναγκάσει τον Γερμανό ομόλογό του να την ακολουθήσει στην Κρήτη, δεδομένου ότι, αφού η Γερμανία είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά της Ελλάδος, έπρεπε ο αντιπρόσωπός της να αποχωρήσει από την χώρα, ακολουθούμενος από το προσωπικό της πρεσβείας, σύμφωνα με τα διπλωματικά ειωθότα. Αυτό έκανε ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι μετά την κήρυξη από την Ιταλία του κατά της Ελλάδος πολέμου, την 28η Οκτωβρίου 1940. Αφού λοιπόν ο Γερμανός πρέσβυς δεν έκανε το ίδιο, η ελληνική κυβέρνηση εδικαιούτο να τον εξαναγκάσει να εγκαταλείψει τη χώρα ή να την ακολουθήσει, γεγονός όμως που εσήμαινε ότι θα μετατρεπόταν σε όμηρό της.
Συνέβη τότε μια παράδοξη «ανταρσία» στο Υπουργείο Εξωτερικών, όχι τόσο γνωστή ευρύτερα και καθόλου κολακευτική για την ελληνική διπλωματία. Μία ομάδα διπλωματών παρουσιάστηκε στον πρωθυπουργό Τσουδερό, που ήταν και υπουργός Εξωτερικών (όπως και Εθνικής οικονομίας και οικονομικών), και του δήλωσε ότι ο εξαναγκασμός του Γερμανού πρέσβεως να ακολουθήσει την κυβέρνηση συνιστούσε παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και για τον λόγο αυτό θα παραιτούντο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
«Δεν πίστευα σε ό,τι άκουγα», θα σημειώσει στο Ημερολόγιό του ο Τσουδερός, ο οποίος τους είπε ότι έτσι η Ελλάδα θα βοηθήσει τους Άγγλους να ανταλλάξουν μερικούς συμπατριώτες τους, διπλωμάτες, που εκρατούντο όμηροι από τους Γερμανούς. Οι εν λόγω διπλωμάτες όμως ήταν ανυποχώρητοι, υποστηρίζοντες ότι υπήρχε κίνδυνος, λόγω του γεγονότος αυτού, οι Γερμανοί να βομβαρδίσουν την Αθήνα. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημά τους. Ανεξαρτήτως επιχειρημάτων ήταν πλέον προφανές ότι στο Υπουργείο Εξωτερικών υπήρχε ένας οινεί φιλογερμανικός πυρήνας που τις κρίσιμες ημέρες του Απριλίου 1941 θα μπορούσε να δράσει ως πέμπτη φάλαγγα.
Τελικά, λόγω της ταχύτητας με την οποία εξελίσσονταν τα γεγονότα, η κυβέρνηση ανεχώρησε για την Κρήτη με το πρώτο φως της 23ης Απριλίου 1941. Πριν την αναχώρησή του, ο Τσουδερός κάλεσε τον Σουηδό πρέσβυ, του οποίου η χώρα ήταν ουδετέρα, και του ζήτησε να μεταφέρει στον Γερμανό συνάδελφό του την απαίτησή του ν’ αναχωρήσει αμέσως για την πατρίδα του, μέσω Τουρκίας, δίδοντας έτσι μια λύση στο πρόβλημα, χωρίς να τον συλλάβει και να εκθέσει τον αθηναϊκό λαό στον κίνδυνο ενδεχόμενου βομβαρδισμού. Η πρωθυπουργική απαίτηση βέβαια δεν εκπληρώθηκε. Ο Γερμανός πρέσβυς παρέμεινε στην Αθήνα και υποδέχθηκε τα στρατεύματα της χώρας του κατά την είσοδό τους σ’ αυτήν, την 27η Απριλίου 1941. Λίγο πριν αφήσει την Αθήνα ο πρωθυπουργός Τσουδερός ζήτησε από τον αρχιστράτηγο Παπάγο να παραιτηθεί του αξιώματός του, ώστε να μην αναγκαστεί να προβεί στην ταπεινωτική για τον ίδιο και την ιστορία του ελληνικού στρατεύματος παράδοση του ξίφους του στον ανώτατο Γερμανό στρατιωτικό που θα κατελάμβανε την Αθήνα. Τούτο και εγένετο, αφού και ο βασιλέας διεμήνυσε το ίδιο στον Παπάγο, με τον υπασπιστή του.
Στην Κρήτη, βασιλέας και πρωθυπουργός έγιναν δεκτοί με υπερηφάνεια και ενθουσιασμό. Ο Τσουδερός ήταν ο δεύτερος εκ Κρήτης πρωθυπουργός εντός τριάντα ετών. Αυτή τη φορά το Στέμμα και πρωθυπουργός ήταν ομονοούντες και σύμφωνοι προς μία και την αυτή εξωτερική πολιτική. Πρώτη φροντίδα του Τσουδερού ήταν να διαπιστώσει τις δυνατότητες άμυνας της Κρήτης στην γερμανική καταιγίδα που ανεμένετο να ξεσπάσει σ’ αυτήν μετά την κατάληψη της Αθήνας.
Οι Άγγλοι και η άμυνα της Κρήτης
Η άμυνα της μεγαλονήσου υπήρξε το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα που θ’ αντιμετώπιζε ως πρωθυπουργός. Και μόλις το αντίκρυσε δεν πρέπει να πίστευε σε ό,τι έβλεπε και άκουγε. Διότι το νησί, από απόρθητο οχυρό που θα έπρεπε να είναι, αποδεικνυόταν ανοχύρωτο. Η Μεραρχία Κρητών που είχε σχηματισθεί και πολέμησε, γράφοντας θριάμβους, στα αλβανικά βουνά, όπου κυνηγούσε τους Ιταλούς, μετά την ανακωχή είχε αρχίσει την οπισθοχώρηση, οι γενναίοι πολεμιστές της όμως υπέφεραν από πείνα και άλλες στερήσεις και δεν είχαν καταφέρει οι περισσότεροι απ’ αυτούς να φθάσουν στην γενέτειρά τους για να την υπερασπιστούν.
Πέραν της δυνάμεως αυτής, εκτός της Κρήτης παρέμεναν και τα επιταγμένα ζώα της, κυρίως άλογα, αλλά και τα αυτοκίνητα που είχαν σταλεί στο μέτωπο για να βοηθήσουν την προώθηση του ελληνικού στρατεύματος στην Αλβανία. Μαζί με τις δυνάμεις αυτές είχαν σταλεί για την ενίσχυση του μετώπου της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου όπλα και πυρομαχικά από τις αποθήκες του ελληνικού στρατεύματος στην Κρήτη. Μέρος του υλικού αυτού ασφαλώς θα είχε διασωθεί, δεν ήταν δυνατή όμως η επαναφορά του στην Κρήτη, λόγω της κατάρρευσης του μετώπου, της συνθηκολόγησης και του χάους που επήλθε στις μεταφορές.
Το τραγικότερο ωστόσο ήταν ότι ο βρεταννικός στρατός που είχε φθάσει στην Κρήτη πριν από ένα πεντάμηνο περίπου δεν είχε οργανώσει την οχύρωση και την άμυνά της, παρ’ ότι είχε την δυνατότητα αυτή, όντας δυνάμεως μιας ταξιαρχίας. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ήταν αρκετός ο σχηματισμός αυτός για ν’ αντιμετωπίσει μια γερμανική επίθεση από θαλάσσης και αέρος και να εμπλακεί κατόπιν σε πεζομαχίες.
Οι ελληνικές δυνάμεις επί της νήσου ήταν σχεδόν μηδαμινές: δύο τάγματα εφέδρων και οκτώ τάγματα νεοσυλλέκτων νέων της Κρήτης, η πρώτη τάξη της Σχολής Ευελπίδων, ολόκληρη η Σχολή Ικάρων και τρεις λόχοι της Σχολής Χωροφυλακής Αθηνών. Η αντιεροπορική άμυνα ήταν ασήμαντη και στα δύο αεροδρόμια της νήσου (Μάλεμε και Ηράκλειο) εμετρώντο 60 παλαιάς γενεάς πολεμικά αεροσκάφη.
Το λαϊκό στοιχείο
Ένα από τα επιτεύγματα του Εμμ. Τσουδερού όταν έφθασε στην Κρήτη υπήρξε η κινητοποίηση του λαϊκού στοιχείου. Από την ιστορία του νησιού, ο Ρεθύμνιος πολιτικός και οικονομολόγος εγνώριζε ότι ο λαός του όταν εκαλείτο να πολεμείσει, υπερασπιζόμενος τα όσια και ιερά της πατρίδος του, το έκανε χρησιμοποιώντας ως όπλα ακόμη και κυνηγετικά τυφέκια, μάχαιρες, πέτρες και σφεδόνες. Ελλείψει άλλων μέσων, οι Κρήτες εκαλούντο να πολεμήσουν πάλι με πρωτόγονα όπλα. Το έκαναν, επί δεκαήμερο (20 Μαΐου – τέλος Μαΐου 1941), προκαλέσαντες τον παγκόσμιο θαυμασμό και συμβάλλοντας με τον αγώνας τους στην καθυστέρηση της επίθεσης του Γ’ Ράιχ κατά της Ρωσσίας, που απεδείχθει αποφασιστικής σημασίας για την τελική έκβαση του πολέμου υπέρ των Συμμάχων.
Στο συγκλονιστικό ξεσήκωμα του Κρητικού λαού, ο Τσουδερός είχε πολύτιμους συμπαραστάτες δύο Κρητικούς αξιωματούχους: τον στρατηγό Εμμ. Τζανακάκη, τον οποίο διόρισε υπουργό Στρατιωτικών της κυβέρνησής του, και τον επίσης στρατηγό Αχιλλέα Σκουλά, που όρισε αρχηγό του Επιτελείου. Ακόμη έλαβε μια απόφαση που προκάλεσε ενθουσιασμό στους Κρητικούς. Επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία τους διωχθέντες αξιωματικούς του στρατεύματος λόγω της συμμετοχής τους στο αποτυχόν κίνημα του Μαρτίου του 1935, υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Επίσης επανίδρυσε την Κρητική Πολιτοφυλακή, η οποία είχε καταργηθεί από το διδακτορικό καθεστώς, φοβούμενο εναντίον του κίνησή της. Ηγέτη της όρισε έναν παλαιό Κρητικό επαναστάτη, βενιζελικών φρονημάτων, τον Παύλο Γύπαρη.
Η λαϊκή κινητοποίηση των Κρητών, της υπαίθρου χώρας κυρίως, συνέβαλε στο να αποδεκατιστεί το καλύτερο πολεμικό σώμα του Χίτλερ, οι αλεξιπτωτιστές, μεγάλος αριθμός των οποίων θανατώθηκαν από Κρήτες χωρικούς που τους υποδέχθηκαν με γκράδες, αξίνες, τσουγκράνες, κυνηγετικά όπλα, μάχαιρες και πέτρες.
Τα νησιά του Αιγαίου
Άλλο ζήτημα που απασχόλησε τον Τσουδερό στην Κρήτη ήταν η τύχη των νησιών του Αιγαίου. Κάλεσε γι’ αυτό τον Άγγλο πρεσβευτή Πάλαιρετ, που ακολουθούσε τον Έλληνα βασιλέα και την ελληνική κυβέρνηση στην Κρήτη, και του είπε να διαμηνύσει στο Γενικό Συμμαχικό Στρατηγείο την άποψη ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έπρεπε να αφεθούν να καταληφθούν από την Γερμανία, διότι αυτό θα επιδρούσε και στην στάση της Τουρκίας, με την έννοια ότι η Άγκυρα ήταν λίαν πιθανόν από ουδετέρα που ήταν μέχρι τότε να έσπευδε να επωφεληθεί της ευκαιρίας για ν’ αποκτήσει τον έλεγχό τους, τασσόμενη ενδεχομένως στο πλευρό του Άξονος.
Η αγωνία του Τσουδερού για τα νησιά του Αιγαίου εντάθηκε ξαφνικά όταν, στην Κρήτη ευρισκόμενος, ο Πάλαιρετ τον πληροφόρησε πως στην Άγκυρα εκαλλιεργείτο η άποψη πως θα συνέφερε τους Συμμάχους τα νησιά του Αιγαίου να καταληφθούν από τους Τούρκους παρά από τους Γερμανούς. Την 1η Μαΐου 1941, μάλιστα, ο Άγγλος πρεσβευτής ανακοίνωσε στον Τσουδερό ότι η Τουρκία εζήτησε την συγκατάθεση της Γερμανίας να καταλάβει τα νησιά του Αιγαίου!
Ο Τσουδερός εξανέστη. «Άνευ διασταγμού αρνήθηκα και είπα στον (Άγγλο) πρέσβυ, ότι δεν αντιλαμβάνομαι την αξίαν της υπηρεσίας αυτής των Τούρκων (…) χωρίς προηγουμένως να μας συμβουλευθούν. Και χωρίς καμμιά υπόσχεση για την μεταπολεμική τύχη των νησιών. Η κατάληψη των νησιών του Αιγαίου από τους Τούρκους είπα ότι θα έκανε φοβερά κακή εντύπωση στην Ελλάδα, θα ξυπνούσε παλαιάς εχθρικά αναμνήσεις μεταξύ των δύο χωρών, και μάλιστα τώρα που οι Έλληνες δικαίως ή αδίκως παραπονούνται κατά των Τούρκων ότι δεν μας συνέτρεξαν στον αγώνα κατά των γειτονικών κρατών (σ.σ. εννοούσε την Βουλγαρία, η οποία εισέβαλε ταυτόχρονα με τους Γερμανούς, στο πλευρό τους πολεμώντας εναντίον της Ελλάδας)… Οι Έλληνες επίστευαν -συνεχίζει ο Τσουδερός- ότι η Τουρκία είχε την υποχρέωση αυτή (της παροχής συνδρομής προς την αμυνόμενη Ελλάδα), καίτοι δεν υπήρχε προς τούτο νομική δέσμευση. Διότι επί Μεταξά, το τελευταίον Ελληνοτουρκικόν Σύμφωνον Φιλίας και μη Επιθέσεων είχε καταργήσει την υπάρχουσα σε προηγούμενη Συμφωνία τέτοια υποχρέωση. Αλλά πάνω από την νομική υποχρέωση υπήρχαν ηθικές υποχρεώσεις και συμφέροντα που συνηγορούσαν για την συμμετοχή της Τουρκίας στον αγώνα. Η Τουρκία, όμως, επίστευε ότι εξυπηρετεί θετικότερα τους Συμμάχους δια της ουδετερότητός της και έπαιζε καλά το διπλό παιχνίδι».
Στα πλαίσια του διπλού παιχνιδιού της Τουρκίας, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η τελευταία ήταν ο σημαντικότερος προμηθευτής του πολύτιμου για την γερμανική πολεμική βιομηχανία νικελίου και άλλων πρώτων υλών.
Ο Τσουδερός είπε επίσης στον Πάλαιρετ ότι «ποτιμότερον ήτο να καταληφθούν αι νήσοι από τους Γερμανούς και μεταπολεμικώς να έχουν και αυταί την ιδίαν τύχην της υπολοίπου Ελλάδος, παρά να περάσουν στην Τουρκία, χωρίς όφελος για τον συμμαχικό αγώνα, και ύστερα από τον πόλεμο, στην περίπτωση νίκης των Συμμάχων, η κατοχή αυτή των Τούρκων να γεννήση συζητήσεις και προστριβάς σοβαράς της Τουρκίας με την Ελλάδα».
Ο Τσουδερός προσθέτει ότι, μετά δύο ημέρες, πληροφορήθηκε από την Άγκυρα ότι «η πρωτοβουλία της παραδόξου και ατυχούς αυτής σκέψεως ανήκε εις τον εκεί Άγγλον πρέσβυ, που, προεξοφλώντας την συγκατάθεσή μας, είχε προωθήσει το ζήτημα πέραν του δέοντος!»…
Η μοιραία παράλειψη του Γεωργίου Β’ και Κορυζή…
Λίγο πριν καταληφθεί η Κρήτη από τους Γερμανούς, προέκυψε ζήτημα αποχώρηση απ’ αυτήν του βασιλέως και της κυβέρνησης, ώστε να μην συλληφθούν από τον εχθρό. Έγινε τότε η σκέψη της εγκατάστασης των φορέων των δύο κορυφαίων θεσμών του ελληνικού κράτους στην Κύπρο. Εκάλεσε για τον λόγο αυτό ο Τσουδερός το Πάλαιρετ και του παρέδωσε υπόμνημα στο οποίο έγραφε τα εξής:
«Η Ελλάς, με αρχηγόν τον Βασιλέα της, ετήρησε σταθεράν και γενναίαν στάσιν εις τον αγώνα κατά του Άξονος προς υπεράσπισιν της συμμαχικής υποθέσεως. Τα δεινά όμως του αγώνος δύνανται να κάμψουν τον ενθουσιασμόν και θα ήξιζε, δι’ ένα λαόν ως τον Ελληνικόν, να τονωθεί εις την υπεράνθρωπον προσπάθειάν του, με ενδείξεις από μέρους των Συμμάχων ότι εκτιμάται η θυσία του και ότι εν καιρώ θα δικαιωθούν εθνικά αιτήματά του. Προς τούτο θα συνετέλει η παραχώρηση της Κύπρου εις τον βασιλέα Γεώργιο Β’ (…). Κατά την διάρκειαν του πολέμου, ο Βασιλεύς θα διοικούσε την ήσον με την υπάρχουσαν εκεί βρεταννικήν διοικητικής υπαλληλικήν διάρθρωσιν. Θα μας εδίδετο ούτω η δυνατότης, εάν υποχρεωθώμεν να αποχωρήσωμεν από την Κρήτην, να καταφύγωμεν εκεί και να είμεθα Έλληνες μεταξύ Ελλήνων. Παντού αλλού θα είμεθα ξένοι πρόσφυγες».
Ο πρέσβυς Πάλαιρετ απέστειλε το υπόμνημα Τσουδερού στο Λονδίνο και μετά λίγες ημέρες του είπε πως η αγγλική κυβέρνηση δεν μπορεί να συζητήσει τώρα το ζήτημα της Κύπρου και επί πλέον δεν συμφωνούσε στην εγκατάσταση σ’ αυτήν του Έλληνος βασιλέως και της κυβέρνησής του, διότι υπήρχε κίνδυνος να εκστρατεύσουν οι Γερμανοί εναντίον της νήσου, η οποία ήταν ανοχύρωτη. Αλλά μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να εξαπολυθεί εναντίον της Κύπρου και αν ακόμη δεν εγκαθίσταντο σ’ αυτήν ο Έλληνας βασιλέας και η κυβέρνησή του, διότι ως κατεχόμενη από τους Άγγλους η μεγαλόνησος ήταν για τους Γερμανούς εχθρικό έδαφος. Το αγγλικό επιχείρημα επομένως ήταν παντελώς σαθρό.
Στις ημερολογιακές σημειώσεις του, που απετέλεσαν την βάση της βιογραφίας του από τον Ηλία Βενέζη, ο Τσουδερός σημειώνει ότι και ο Αλέξανδρος Κορυζής είχε θέσει το κυπριακό στον Άγγλο υπουργό Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν, όταν, τον χειμώνα του 1941, επισκέφθηκε την Αθήνα για να εξετάσει τις προοπτικές συνέχισης της ελληνικής άμυνας. Ο Ήντεν είπε στον Κορυζή ότι, επειδή αρμόδιος επί του ζητήματος ήταν ο υπουργός των Αποικιών, θα ζητούσε οδηγίες από το Λονδίνο. Μετά λίγες ημέρες ο εν λόγω αξιωματούχος του αγγλικού βασιλείου επέδειξε στον βασιλέα και τον Κορυζή τηλεγράφημα από το Λονδίνο που ανέφερε ότι «το ζήτημα της Κύπρου θα συνεζητείτο μεταξύ των δύο χωρών μετά τον πόλεμο». Ο Τσουδερός σημειώνει ότι ο Ήντεν «δεν τους αφήκε αντίγραφο του τηλεγραφήματος αυτού». Θεωρείται σοβαρή παράλειψη των Γεωργίου Β’ και Αλ. Κορυζή να μην ζητήσουν να τους δοθεί αντίγραφο του τηλεγραφήματος. Εκτός εάν το ζήτησαν και δεν υπήρξε ανταπόκριση.
Γεγονός είναι ότι, μετά τον πόλεμο, οι Άγγλοι απαντούσαν στην Αθήνα ότι «το θέμα είναι ανύπαρκτο». Και όταν αναγκάσθηκαν να δεχθούν την ύπαρξή του, τον Αύγουστο του 1955, δεν το συζήτησαν απ’ ευθείας με την Ελλάδα, ως είχαν υποσχεθεί το 1941, αλλά έβαλαν στο τραπέζι και την Τουρκία!
*Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ στις 27/4/2025.
